Βομβαρδισμός των Σπετσών

Ο βομβαρδισμός των Σπετσών από τον αυστριακό στόλο
(19 Ιουλίου 1827).

Εμμανουήλ Α. Λούζης

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, Ναυτική Επιθεώρηση, τεύχος 530, Ιουλ.-Αυγ. 2001, σσ.69-79.

Από την αρχή της Επαναστάσεως, έγινε αντιληπτό ότι για την εκπόρθηση των φρουρίων της Πελοποννήσου (Ναύπλιο, Μονεμβασία, Πύλος, Κορώνη, Πάτρα), έπρεπε να εμποδισθεί ο ανεφοδιασμός τους σε πολεμικό υλικό και ζωοτροφές. Αυτό μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με την εφαρμογή ενός στενού ναυτικού αποκλεισμού.

Η ελληνική Διοίκηση (Κυβέρνηση) λοιπόν, αποφάσισε να διακηρύξει τον αποκλεισμό των παραλίων. Βαρυσήμαντη πράξη στο σοβαρό αυτό θέμα του ναυτικού αγώνα, αποτέλεσε η διακήρυξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου (Κόρινθος, 23 Μαρτίου 1822), με την οποία δηλοποιούσε τον αποκλεισμό από την Επίδαμνο (σημ. Δυρράχιο) μέχρι τη Θεσσαλονίκη, των παραλίων στην Ήπειρο, την Εύβοια, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία τα οποία ευρίσκονταν ακόμη στην κατοχή του εχθρού, καθώς και τον αποκλεισμό των λιμανιών στα νησιά του Αιγαίου, τις Σποράδες και την Κρήτη.

Η εφαρμογή του αποκλεισμού ανατέθηκε στον Τρινήσιο Στόλο. Οι τοπικές δημογεροντίες ή η κεντρική Διοίκηση, εφοδίαζαν τα ελληνικά πλοία με διπλώματα καταδρομής (πατέντες), στα οποία προσδιορίζονταν με ακρίβεια τα καθήκοντά τους. Ακόμη, με συνεχείς οδηγίες, υπενθυμίζονταν η ανάγκη σεβασμού των ουδέτερων σημαιών. Το κύριο μέλημα των προκρίτων και της Διοικήσεως ήταν η προσπάθεια αποφυγής κάθε πράξεως που θα μπορούσε να έχει δυσμενή αντίκτυπο στον Αγώνα.

Οι κανόνες διεθνούς δικαίου που τότε ίσχυαν, και τους οποίους πρόκριτοι και Διοίκηση κυριολεκτικώς εκλιπαρούσαν τους ναυτικούς να σεβασθούν, όριζαν: α) Ουδέτερο πλοίο απαγορεύεται να μεταφέρει είδη που είναι διεθνώς αναγνωρισμένα ως λαθρεμπόριο πολέμου και β) Πλοία των εμπολέμων έχουν το δικαίωμα της νηοψίας στα ουδέτερα καράβια. Αναλυτικότερα, η ουδέτερη σημαία κάλυπτε και προστάτευε τις εχθρικές πραγματείες και μόνον εάν μετέφεραν πολεμικό υλικό ή στρατεύματα έπρεπε οι καταδρομείς να εμποδίζουν το ταξίδι τους, να παραλαμβάνουν τα πολεμοφόδια, να πληρώνουν το ναύλο και να τα γυρίζουν πίσω στο λιμάνι απ’ όπου ξεκίνησαν εάν μετέφεραν στρατό. Αποστολή επομένως των καταδρομέων ήταν να ελέγχουν προσεκτικά, εάν τα καράβια μεταφέρουν πολεμοφόδια ή στρατιώτες και μόνο τότε να ενεργούν.

Όπως ήταν επόμενο και όπως έγινε (εξακολουθεί να γίνεται και σήμερα), πολλοί ήσαν οι ρήκτες του αποκλεισμού και αρκετοί επίσης εκείνοι που συλλαμβάνονταν κάνοντας λαθρεμπόριο πολέμου, κάτω από την κάλυψη μιάς ουδέτερης σημαίας. Τα πλοία των ευρωπαϊκών δυνάμεων, έχοντας υπόψη τους το δέλεαρ του μεγάλου κέρδους κυρίως, αν και σε πολλές περιπτώσεις στα πρώτα κυρίως χρόνια, εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία των κυβερνήσεών τους, μετέφεραν εφόδια προς όφελος των Τούρκων, σε όλη την έκταση του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου.

Οι Έλληνες ναυτικοί δεν εφάρμοζαν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, τις οδηγίες για το σεβασμό των ουδέτερων σημαιών και με το πρόσχημα διώξεως του λαθρεμπορίου, λεηλατούσαν τα ευρωπαϊκά καράβια και άρπαζαν τα ξένα εμπορεύματα. Έτσι, τα πλοία της Καταδρομής συχνά παρεκτρέπονταν σε υπερβολές, καταλήγοντας σε πραγματική πειρατεία όχι μόνο κατά των ξένων αλλά και κατά των ελληνικών πλοίων. Στα αρχεία συναντάμε πλήθος εγγράφων, στα οποία οι Υδραίοι διαμαρτύρονται για επιδρομές Σπετσιωτών σε βάρος τους, ενώ Σπετσιώτες πλοίαρχοι ζητούν την τιμωρία συμπατριωτών τους και παραπονούνται, δικαίως, ότι με τη ληστρική δράση τους «ημείς χάνομεν όλα τα δίκαια και όλας τας εκδουλεύσεις, όπου εκάμαμεν εις το Γένος…». Υπήρξαν βεβαίως και περιπτώσεις αμοιβαίας πειρατείας (μεταξύ Σπετσιωτών και Υδραίων), όπως εκείνη που, οι μεν Σπετσιώτες είχαν αρπάξει «καΐκιον  Υδραϊκόν με όλα τα εν αυτώ ευρισκόμενα…», ο δε Υδραίος Ζάκας πήρε από ένα Σπετσιώτικο καράβι «τα άρματα αυτού». Οι αυθαιρεσίες αυτές φθάνουν μέχρι του σημείου να αρπάξουν και τα λιγοστά περιουσιακά στοιχεία που είχαν κατορθώσει να διασώσουν οι δυστυχισμένοι πρόσφυγες από τα Ψαρά.

Σαν κύριες αιτίες της έξαρσης της πειρατείας μπορούμε να αναφέρουμε την ανεργία και φτώχεια των πληρωμάτων, το εκτεταμένο λαθρεμπόριο από τους ξένους και την ανάγκη να κτυπηθεί με κάθε μέσον ο Τούρκος. Ο ιστορικός Μ. Σίμψας υποστηρίζει ότι: «η έκρυθμη από την πειρατεία κατάσταση στις ελληνικές θάλασσες και η διαταραχή του ευρωπαϊκού εμπορίου ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησαν τις τρεις δυνάμεις σε επέμβαση και προκάλεσαν τη σωστική ναυμαχία του Ναβαρίνου» [Σημ.1].

Η στάση των ευρωπαϊκών δυνάμεων έναντι του αγώνα του ναυτικού.

Το γεγονός του βομβαρδισμού των Σπετσών από τους αυστριακούς στις 19 Ιουλίου 1827, όταν λίγο έλειψε να καταστραφεί ολοκληρωτικά ο Σπετσιώτικος στόλος, είναι εν πολλοίς συνέπεια της εφαρμογής του θαλάσσιου αποκλεισμού από τους ναυτικούς, τους Σπετσιώτες ειδικότερα και της στάσης των ευρωπαϊκών δυνάμεων έναντι του Αγώνα της Ανεξαρτησίας μας. Η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων που καθοριζόταν αναλόγως των συμφερόντων τους, υπήρξε συχνά ωμή και πολλές φορές επαμφοτερίζουσα. Ειδικότερα, για τη στάση των ξένων κυβερνήσεων στο ναυτικό τομέα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη ότι αυτή καθορίσθηκε από τη διαπίστωσή τους ότι, εάν οι Έλληνες κατόρθωναν να δημιουργήσουν ανεξάρτητο Κράτος, τότε με τους ικανότατους ναυτικούς και το στόλο που θα διέθετε το Κράτος αυτό, θα γινόταν σύντομα μια επικίνδυνη, για τα οικονομικά τους συμφέροντα, ανταγωνιστική δύναμη.

Ας δούμε όμως πολύ σύντομα τη στάση κάθε Δυνάμεως ξεχωριστά, έναντι του ελληνικού Αγώνα στη θάλασσα.

Η Μεγάλη Βρετανία κράτησε εχθρική στάση μέχρι το 1823. Όπως έγραφε, το 1822, στην κυβέρνησή του ο Γάλλος πρόξενος στη Θεσσαλονίκη Κουζινερί: «Στην ελληνική εξέγερση είδαν (οι Άγγλοι) μιάν απειλή για τη ναυτική τους ισχύ» [Σημ.2]. Τον Σεπτέμβριο του 1823, ο υπουργός Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας Γ. Κάνιγγ, αναγνώρισε τον αποκλεισμό που είχε επιβάλει η ελληνική Διοίκηση από την Πρέβεζα μέχρι το Βόλο, σε όσα φρούρια κατείχε ακόμη ο εχθρός και στα φρούρια της Εύβοιας και της Κρήτης. Η αναγνώριση αυτή σήμαινε ότι η Αγγλία έπαυε να θεωρεί την Επανάσταση ως στασιαστικό κίνημα κατά της νόμιμης εξουσίας αλλά ως απελευθερωτικό πόλεμο. Μετά από αυτή την αναγνώριση η ελληνική Κυβέρνηση είχε κάθε δικαίωμα να επικαλείται το σεβασμό του διεθνούς δικαίου από τους ουδέτερους και να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση των διακηρύξεών της περί αποκλεισμού. Το 1825, ο σεβασμός του αποκλεισμού έγινε συνείδηση στους Άγγλους. Η αγγλική Κυβέρνηση έστειλε οδηγίες στον αρχηγό της ναυτικής μοίρας της Ανατολής πλοίαρχο Χάμιλτον, σύμφωνα με τις οποίες: Να έχουν οι Έλληνες το δικαίωμα όχι μόνο να επισκέπτωνται τα ξένα πλοία υπό οιανδήποτε σημαίαν και αν είναι και να κάμωσι νομίμους λείας όλα τα προς ζωάρκειαν πολεμοφόδια, ανήκοντα εις τον εχθρόν, αλλά και ό,τι ιδιοκτησία εχθρική οποίας φύσεως και αν είναι, ευρίσκεται εις πλοίον άλλης δυνάμεως» [Σημ.3].

Η Γαλλία που είχε κληρονομήσει από τη Βενετία το εμπόριο στην Ανατ. Μεσόγειο, είχε αντιληφθεί πρώτη απ’ όλους τον κίνδυνο για τα συμφέροντά της από το δυνάμωμα της ελληνικής ναυτιλίας. Για να εμποδίσουν την ανάπτυξή της, οι Γάλλοι χρησιμοποιούσαν κάθε δόλιο μέσο ή και απάνθρωπο. Ακόμη και τους Μαλτέζους πειρατές σκέφθηκαν να χρησιμοποιήσουν για να την εξοντώσουν. Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι η Γαλλία για να προστατεύσει τα συμφέροντά της στην Ανατ. Μεσόγειο, ήθελε αδιατάρακτη την τουρκική κυριαρχία, ενώ μέχρι το 1827 ενίσχυε τον πασά της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή με αξιωματικούς για τη διοργάνωση του στόλου του.

Η Ρωσία, αν και ομόδοξος λαός, είχε χρησιμοποιήσει τον πόθο των Ελλήνων για ελευθερία προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά της συμφέροντα. Κατά τη διάρκεια των Ναπολεόντειων πολέμων ακολούθησε φιλοτουρκική πολιτική. Μετά την ήττα του Βοναπάρτη ξαναθυμήθηκε τις διαφορές της με την Τουρκία κι έβλεπε σαν μοναδικό μέσον επίλυσής τους, τον πόλεμο. Η συμμετοχή της όμως στην Ιερά Συμμαχία δεν της επέτρεπε να χρησιμοποιήσει δυναμικές λύσεις. Η αντιτουρκική όμως πολιτική της προκάλεσε, ίσως ακούσια, το ενδιαφέρον και την ενεργό συμπαράσταση των άλλων Δυνάμεων υπέρ των Ελλήνων. Θα πρέπει όμως, να υπογραμμίσουμε το γεγονός ότι με τις ευεργετικές διατάξεις της συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας.

Η Αυστρία κρατούσε την πρωτοπορία στην αντίδραση. Ο καγκελάριος Μέτερνιχ δεν άφησε καμιά ευκαιρία ανεκμετάλλευτη, είτε στο θέατρο του πολέμου είτε στο διπλωματικό πεδίο, για να βλάψει τους Έλληνες προς όφελος της Τουρκίας. Γράφει πολύ χαρακτηριστικά άρθρο της Γενικής Εφημερίδος της 15ης Σεπτεμβρίου 1826: «Όσα κακά έπραξαν εις το ελληνικόν έθνος απαρχής του ιερού αγώνος τα Αυστριακά πλοία, πολεμικά και εμπορικά, είναι τοσαύτα και τοιαύτα ώστε είναι ικανά να γεμίσωσι ολόκληρα βιβλία και να προξενήσωσι φρίκην εις όλον τον πολιτισμένον κόσμον. […] Κανέν άλλον ναυτικόν ούτε επολιτεύθη ούτε πολιτεύεται προς τους Έλληνας ως το Αυστριακόν…». Ο Κωνσταντίνος Νικόδημος εξ άλλου αναφέρει: «Οι Αυστριακοί ουχί μόνον τα ελληνικά πλοία απ’ ολίγα κατεδίωκον, αλλά και σύσσωμον όλον τον ελληνικόν στόλον εάν ηδύναντο επυρπόλουν, ή και αυτόν τον ελληνικόν αγώνα κατέστρεφον· μη δυνάμενοι όμως να εκτελέσωσι τους ολεθρίους σκοπούς των, κατεδίωκον τους Έλληνας όπως ηδύναντο» [Σημ.4] .

Ο βομβαρδισμός των Σπετσών.

Όταν άρχισαν οι Δυνάμεις τις διαβουλεύσεις για την επίλυση του ελληνικού ζητήματος, οι αυστριακοί έκριναν ότι ο καλύτερος τρόπος για να αποτρέψουν αυτό το ενδεχόμενο ήταν να συντρίψουν το ταχύτερο δυνατό τις δυνάμεις της Επαναστάσεως. Έτσι λοιπόν, τον Ιούλιο του 1827, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για τα ελληνικά πράγματα [Σημ.5], παίρνοντας αφορμή από την σύλληψη αυστριακών εμπορικών πλοίων από Σπετσιώτικα καταδρομικά πλοία, έκριναν ότι είχε έλθει η κατάλληλη ευκαιρία για την καταστροφή του στόλου των Σπετσών. Τα γεγονότα έχουν ως εξής:

Η βρικογολέτα Άσπασία΄του Ι. Κούτση. Του ίδιου τύπου ήταν και ο ΄Κίμων΄ του Α. Λεμπέση

Η βρικογολέτα Άσπασία΄του Ι. Κούτση. Του ίδιου τύπου ήταν και ο ΄Κίμων΄ του Α. Λεμπέση

Τον Ιούλιο του 1827, οι σπετσιώτικες βρικογολέτες Κίμων του Ανάργυρου Λεμπέση και Ασπασία του Ιωάννη Γ. Κούτση, περιπολούσαν στα παράλια της Πελοποννήσου, εφαρμόζοντας τον αποκλεισμό στον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο μέχρι την Πρέβεζα. Έξω από την Πρέβεζα οι «αποκλεισταί καταγωγείς» συνέλαβαν τέσσερα αυστριακά εμπορικά καράβια με ναυπηγήσιμη ξυλεία, «ως ανήκοντος του φορτίου εις τον Μεχμέτ Αλήν, και ως διευθυνομένων των πλοίων τούτων εις Αλεξάνδρειαν» [Σημ.6]. Τα καράβια οδηγήθηκαν στο λιμάνι των Σπετσών, ενώ τα ναυτιλιακά έγγραφα στάλθηκαν στο Ναύπλιο προκειμένου να κριθεί η υπόθεση από το Θαλάσσιο Δικαστήριο [Σημ.7]. Εκείνες τις ημέρες, κατά τύχη, στο Ναύπλιο βρισκόταν ο πλοίαρχος Δάνδολος, αναπληρωτής του ναυάρχου Παυλούκη ή Παυλούτζη, αρχηγού της αυστριακής μοίρας του Αιγαίου, με το δίκροτο Ενυούς 64 κανονιών και με ένα βρίκι.

Μόλις πληροφορήθηκε τη σύλληψη των καραβιών ζήτησε από τη Διοίκηση τα έγγραφά τους. Αλλά ας δούμε την καταγραφή των διαμειφθέντων μέσα από την έγγραφη διαμαρτυρία της «επί των Εξωτερικών Γραμματείας της Επικρατείας» (γραμμ. ο Γ. Γλαράκης), την οποία απηύθυνε με ημερομηνία 22 Ιουλίου 1827 «προς τις Χριστιανικές δυνάμεις»:

«Την Κυριακήν 17 του παρόντος μετά μεσημβρίαν έστειλε (ο Δάνδολος) να επάρη χωρίς να θελήση να δώση ούτε στιγμιαίαν διορίαν, τα έγγραφα ενός των κατασχεθέντων πλοίων (τα οποία ήδη ήσαν φερμένα εις το θαλάσσιον δικαστήριον, διά να γένη κατά νόμους η κρίσις, τα δε των ετέρων επεριμένοντο εισέτι). Η Κυβέρνησίς μου, ήτις ήτο ήδη πληροφορημένη, ότι το φορτίον του προκειμένου πλοίου ήτο τουρκική ιδιοκτησία, και τα έγγραφα όλως οικονομικά, βλέπουσα αφ’ ενός μέρους το μέγα άδικον, το οποίον ο Ε.Κ.Δ. (=Εξοχώτατος Κύριος Δάνδολος) επεχείρη να πράξη κατά του Ελληνικού Έθνους διά τοιαύτης βιαστικής πράξεως, αφ’ ετέρου δε επιθυμούσα να μη δυσαρεστήση την Εξοχώτητά του, έστειλε δύο απεσταλμένους της, διά να καθυποβάλουν τα ευρημένα έγγραφα υπ’ όψιν αυτού, να τον παραστήσουν οποία είναι τα έγγραφα ταύτα, και ούτω να τον καταπείσουν να παραχωρήση εις το δίκαιον, συγκατατιθέμενος να κριθή η περί ής ο λόγος λεία. Ο δε Ε.Κ.Δ. και μολονότι επληροφορήθη ότι τα έγγραφα ταύτα είναι οικονομικά και ότι το φορτίον του προκειμένου πλοίου είναι τουρκική ιδιοκτησία, μολοντούτο επιμένων εις την δεσποτικήν αυτού θέλησιν, και καταχρώμενος της εμπιστοσύνης της Κυβερνήσεώς μου, ήτις εμπιστευθείσα έστειλε τα έγγραφα, μη θελήσας νά δώση καν αντίγραφα τούτων· ευχαριστήθη δε μόνον να αποπέμψη αυτούς προς την Κυβέρνησίν μου, συνωδευομένους μέ τινα των αξιωματικών του, διά να μαρτυρήση ούτος ότι παρά την θέλησιν αυτών επήρε τα έγγραφα ο Ε.Κ.Δ.» [Σημ.8] .

Ο Δάνδολος αφού κατακράτησε τα έγγραφα, αναχώρησε από το Ναύπλιο και στις 19 Ιουλίου κατέπλευσε στις Σπέτσες. Ο αυστριακός απαίτησε από τους προκρίτους να του παραδώσουν αμέσως τα πλοία με το εμπόρευμα που μετέφεραν. Οι πρόκριτοι του απάντησαν ότι τα πλοία είναι έτοιμα να σταλούν στο Ναύπλιο «καί να καθυποβληθώσι νομίμως εις το θαλασσινόν δικαστήριον, διορίζων συγχρόνως και η εξοχότης του, οποίον θέλει εκ μέρους του και εκ μέρους των κατασχεθέντων, συνήγορον δια να κριθώσι […] κατά τα δίκαια του πολέμου» [Σημ.9]. Ο Δάνδολος, χωρίς να λάβει καθόλου υπόψη του την πρόταση των προκρίτων, επανήλθε στην απαίτησή του για την άμεση παράδοση των πλοίων και του φορτίου «… λέγων ότι ούτε διοίκησιν ελληνικήν εγνώριζεν αλλ’ ούτε και δικαστήριον εις το θαλασσινόν συγχωρεί…».

Το Λιμάνι των Σπετσών το 1868. Διακρίνεται η σε πυκνή διάταξη αγκυροβολία των πλοίων, όπως θα ήταν και τότε.

Το Λιμάνι των Σπετσών το 1868. Διακρίνεται η σε πυκνή διάταξη αγκυροβολία των πλοίων, όπως θα ήταν και τότε.

Περί τις 1 μετά το μεσημέρι, χωρίς καμία προειδοποίηση και χωρίς να περιμένει απάντηση εκ μέρους των προκρίτων, πλησίασε με τα δύο πλοία του το λιμάνι των Σπετσών, όπου ήσαν «πεπυκνωμένως προσωρμισμένα» τα πλοία του νησιού [Σημ.10]. Ο Δάνδολος άρχισε πυκνό  κανονιοβολισμό των πλοίων και της πόλεως «σκοπόν έχων να καταστρέψη φαίνεται τον ισχυρόν τούτον βραχίονα της κατά θάλασσαν ελληνικής δυνάμεως» όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο Αναστάσιος Ορλάνδος στα Ναυτικά του [Σημ.11]. Απόδειξη τούτου είναι ότι ο αυστριακός πλοίαρχος δεν λογάριασε ούτε τις ζημιές τις οποίες ο βομβαρδισμός θα μπορούσε να επιφέρει στα αυστριακά πλοία που ήσαν εκεί και για τα οποία υποτίθεται ότι είχε γίνει το διάβημά του. Ο σφοδρός κανονιοβολισμός προκάλεσε θύματα ανάμεσα στους ναυτικούς και τον άμαχο πληθυσμό του νησιού. Από τα θραύσματα των οβίδων και τις ρουκέτες του Κόγγρευ (Κόγκρεβ) [Σημ.12], σκοτώθηκαν ένδεκα ναυτικοί και δύο μικρά κορίτσια τα οποία επέστρεφαν στα σπίτια τους από το σχολείο που ήταν κοντά στο λιμάνι, ενώ πολλές έγκυες από τον τρόμο τους απέβαλαν και δώδεκα νεογνά πέθαναν απ’ αυτήν την αιτία. Από τον κανονιοβολισμό άρπαξε φωτιά ένα σπετσιώτικο πλοίο το οποίο καιόμενο και εξαιτίας της πυκνής διάταξης αγκυροβολίας των πλοίων, θα μπορούσε να προκαλέσει την ολοκληρωτική καταστροφή του στόλου. Όμως, επενέβησαν εγκαίρως και με αυτοθυσία κάτω από το χαλάζι σφαιρών, οβίδων και ρουκετών, το πλήρωμα και άλλοι προστρέξαντες ναυτικοί, που κατόρθωσαν να περιορίσουν τη φωτιά στο πλοίο και τελικά να την σβήσουν. Ακόμη, σε πολλά πλοία προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στον εξαρτισμό (αρματωσιά) τους. Στις υλικές ζημιές πρέπει να υπολογισθούν και δύο σπίτια που γκρεμίσθηκαν από τις κανονιές των αυστριακών. Οι υλικές ζημιές υπολογίσθηκαν από το Κοινό των Σπετσών σε 30.000 – 32.000 ισπανικά δίστηλα.

Οι Σπετσιώτες εμβρόντητοι από την βάρβαρη και εντελώς απροσδόκητη ενέργεια του Δάνδολου και φοβούμενοι τη συνέχιση του βομβαρδισμού, έσπευσαν να παραδώσουν τα πλοία και τα φορτία τους. Ο Δάνδολος μετά την παραλαβή των πλοίων σταμάτησε τον κανονιοβολισμό, όμως δεν απομακρύνθηκε από το νησί. Τουναντίον την επομένη απαίτησε  να του καταβληθούν 6.000 δίστηλα σαν αποζημίωση για την κατάσχεση από τον Γεώργιο Λεμπέση (αδελφό του Ανάργυρου), τον Ιανουάριο του 1827, ενός άλλου αυστριακού βρικίου με ξυλεία ναυπηγική, που είχε επιδικασθεί ως νόμιμη λεία από το Θαλάσσιο Δικαστήριο. Έβαλε μάλιστα διορία δύο ωρών μετά την παρέλευση των οποίων θα άρχιζε να κανονιοβολεί την πόλη «μη γνωρίζων, έλεγεν, ούτε Κυβέρνησιν ούτε Δικαστήριον, ούτε ήθελεν να προσέξη εις κανέν δικαιολόγημα, παρά ό,τι έλεγεν ήθελε να ενεργήται» [Σημ.13].

Οι πρόκριτοι, αντιληφθέντες ότι οι απαιτήσεις του αυστριακού πλοιάρχου ήσαν πρόσχημα για να ολοκληρώσει την καταστροφή του νησιού και του στόλου του, ζήτησαν με απεσταλμένους τους προς την Κυβέρνηση τη διαμεσολάβηση του αρχηγού της βρετανικής Μοίρας της Ανατολής πλοιάρχου Χάμιλτον. Ευτυχώς όμως, προτού εκπνεύσει η διορία των δύο ωρών, φύσηξε δυνατός άνεμος που ανάγκασε τον Δάνδολο να απομακρυνθεί από το νησί και να μην ξαναεπιστρέψει.

Την 21η Ιουλίου 1827, έφθασε στο νησί αντιπροσωπεία της Κυβερνήσεως η οποία είδε τις ζημιές και έλαβε αναφορά των προκρίτων για τα συμβάντα και την συμπεριφορά του αυστριακού πλοιάρχου, καθ’ υπόδειξη του Χάμιλτον, προκειμένου να ενημερώσει ο ίδιος, όπως τους είχε υποσχεθεί, τους πρέσβεις των Δυνάμεων στην Κωνσταντινούπολη.

Τη διαγωγή του Δάνδολου επιγραμματικά περιγράφει η διακοίνωση της Γραματείας των Εξωτερικών: «έπραξεν όσα ίσως ουδ’ αυτός ο αιμοχαρής Τούρκος ήθελεν αποτολμήσει…». Η διακοίνωση στη συνέχεια τονίζει το πόσο αυθαίρετες υπήρξαν οι ενέργειες αυτές: «Άς υποτεθή μίαν στιγμήν ότι αι απαιτήσεις του Ε.Κ.Δ. ήσαν δίκαιαι, και ότι είχεν δίκαιον να μετέλθη και βίαν. Δεν είχεν άραγε άλλα μέσα βίας να μετέλθη οποία ο πολιτισμένος και χριστιανικός κόσμος εις παρομοίας περιστάσεις μετέρχεται; Έπρεπε τάχα να μεταχειρισθή τοιαύτα, οποία εμεταχειρίσθη, εναντίον της φιλανθρωπίας και του χριστιανισμού, μέσα; Έπρεπε να επιχειρήση με κανοτικάς ύλας να καύση ολόκληρον τον στόλον και να καταστρέψη την πόλιν των Πετσών; Έπρεπε να φονεύση τόσον πλήθος ανθρώπων και μάλιστα αδυνάτων; Αφού επήρε τας λείας, διατί εχώρησεν εις άλλας απαιτήσεις, οποίας δεν έκαμε προς την Κυβέρνησίν μου; Μα την αλήθειαν! Εάν κρίνη τις εκ των πράξεων τούτων, δεν δύναται τότε να πιστεύση ότι ο Ε.Κ.Δ. είχε τον σκοπόν των λειών, αλλ’ ότι είχεν διόλου διαφορετικόν σκοπόν. […] Είναι βέβαιον και εις τούτο δεν μένει καμμία αμφιβολία ότι ο Ε.Κ.Δ. δεν είχε ούτε ίχνος δικαίου, όχι να μετέλθη, οποίαν εναντίον της φιλανθρωπίας και του χριστιανισμού μετήλθεν, αλλ’ ούτε κάν μετρίαν βίαν· απεναντίας ο Ε.Κ.Δ. παρέβη τους κανόνας της ουδετερότητος, εξουθένωσε τα δίκαια του Ελληνικού Έθνους και κατεπάτησε τους όρους της φιλανθρωπίας εναντίον των νόμων του δικαίου των εθνών. […]
Εν Ναυπλίω, εκ του επιθαλασσίου φρουρίου
Τη 22 Ιουλίου 1827
Ο επί των Εξωτερικών Γραμματεύς της Επικρατείας
Γεώργιος Γλαράκης» [Σημ.14].

Εάν κάποιος περίμενε ότι μετά την διαμαρτυρία της ελληνικής Κυβερνήσεως, θα υπήρχε κάποια αλλαγή στη συμπεριφορά των αυστριακών θα ήταν αφελής. Όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο Μ. Σίμψας: «Η αναλγησία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της Κυβερνήσεως των ‘’ισχυρών’’ κρατών, την οποία τίποτε δεν σταματά στην εφαρμογή της πολιτικής της, προπάντων όταν η πολιτική αυτή είναι απάνθρωπη!».

Σημειώσεις

[Σημ.1] Μ. Σίμψας, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων, τ.Γ΄, σ.312.
[Σημ. 2]  Όπ. παραπ., σ.271.
[Σημ. 3]  Όπ. παραπ., σ.304.
[Σημ. 4]  Κ. Νικόδημου, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών, τ.Β΄, σ.151.
[Σημ. 5] Αν και στον διπλωματικό τομέα σημειώνεται μια μεταστροφή των Δυνάμεων υπέρ των ελληνικών δικαίων, με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827), απότοκος της οποίας ήταν η σωτήρια για την Ελλάδα επέμβαση των στόλων των τριών Δυνάμεων στο Ναβαρίνο (20 Οκτωβρίου 1827), εν τούτοις η απώλεια από τον ελληνικό στόλο του ελέγχου των θαλάσσιων συγκοινωνιών, έφερε την Επανάσταση στο χείλος της καταστροφής, απόδειξη του κυρίαρχου ρόλου του Ναυτικού. Ενώ ο θάνατος του Καραϊσκάκη (23 Απριλίου 1827), είχε ως επακόλουθο την καταστροφική ήττα των Ελλήνων στην μάχη του Ανάλατου και την παράδοση της Ακροπόλεως των Αθηνών στον Κιουταχή (25 Μαΐου 1827). Στον πολιτικό τομέα συγκαλείται σε δεύτερη σύνοδο η Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα (19 Μαρτίου 1827). Εκλέγεται στις 3 Απριλίου ως Κυβερνήτης της Ελλάδος ο Ιωάννης Καποδίστριας και ψηφίζεται το Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος (1 Μαΐου 1827). Μετά την Εθνοσυνέλευση όμως, ξεσπούν πολιτικές αντιθέσεις και γίνονται συγκρούσεις στο Ναύπλιο με αποτέλεσμα η Αντικυβερνητική Επιτροπή της Ελλάδος, το όργανο δηλαδή που αναπλήρωνε προσωρινά τον Κυβερνήτη, να αποσυρθεί στο Μπούρτζι και από εκεί να ασκεί τα καθήκοντά της. Στο μεταξύ, ελεύθερα εδάφη έμεναν μόνον οι περιοχές του Ναυπλίου και της Μάνης καθώς και τα νησιά Σπέτσες, Ύδρα και Σάμος, εναντίον των οποίων ο Ιμπραήμ ετοίμαζε ναυτική εκστρατεία για την κατάκτησή τους.
[Σημ.6] Α. Ορλάνδος, Ναυτικά, τ.Β΄, σ.486.
[Σημ.7] Από την αρχή της Επαναστάσεως μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια, αρμόδιο για να κρίνει τις υποθέσεις των ρηκτών του αποκλεισμού, ήταν το «Δικαστήριον λειών» με έδρα το Ναύπλιο και το οποίο έχει επικριθεί από πολλούς ιστορικούς. Ο Σπ. Τρικούπης το αποκαλεί «εργαστήριον ανομίας και αδικίας» γιατί με τις αποφάσεις του νομιμοποιούσε πειρατικές ενέργειες. Ο Γάλλος ναύαρχος Δεριγνύ που προσπάθησε να παρακολουθήσει μια συνεδρίαση του δικαστηρίου, στις 24 Απριλίου 1826, αναφέρει: «Οι κουρσάροι παρουσιάσθηκαν στο δικαστήριο, με το πιστόλι στο χέρι και απειλούσαν να κάψουν τα σπίτια των δικαστών εκείνων, που δεν θα εξέδιδαν καταδικαστική απόφαση». Με την άφιξη του Κυβερνήτη συγκροτήθηκε η «Αντί του Θαλασσίου Δικαστηρίου Επιτροπή» οπότε τα πράγματα βελτιώθηκαν και μετά τη σύσταση ειδικής επιτροπής από τρία μέλη του Πανελληνίου για την εξέταση μιας υποθέσεως σε δεύτερο βαθμό, οι ενστάσεις και τα παράπονα σταδιακά εξέλειπαν.
[Σημ.8] I. Χατζηφώτης, «Κυβερνητική διαμαρτυρία για ‘’δυναστική ενέργεια’’ του αντιστολάρχου Δάνδολου (1827)», περιοδ. Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ.319, σ.126.
[Σημ.9] Όπου και στην σημ.1, σ.322.
[Σημ.10] Ο Αμερικανός φιλέλληνας γιατρός Σάμουελ Χάου, μερικές μέρες πριν από το επεισόδιο και συγκεκριμένα στις 6 Ιουλίου, επιβαίνων του πλοίου Έξ Αδελφοί κατευθυνόμενος προς την Ύδρα, είχε περάσει από τις Σπέτσες και σημείωνε στο ημερολόγιό του: «Διελθόντες εκ Σπετσών είδομεν τα πλείστα των ελληνικών πλοίων ηγκυροβολημένα εις τον λιμένα, κατά τοιούτον δε τρόπον ώστε μία σφαίρα θα ήρκει να τα κατασυντρίψη». [Σάμουελ Χάου, Ημερολόγιο από τον Αγώνα 1825-1829, εκδ. Βιβλιοπωλείο Νότη Καραβία, Αθήνα 1971, σ.150.
[Σημ.11] Όπου και στην σημ.6, σ.486.
[Σημ.12] Η επωνυμία προέρχεται από το όνομα του Άγγλου συνταγματάρχη του Πυροβολικού Γουλιέλμο Κόγκρεβ (sir William Congreve Bart.), ο οποίος το 1804 εφηύρε ένα νέο είδος πολεμικού πυραύλου που χρησιμοποίησε με μεγάλη επιτυχία στις ναυτικές επιχειρήσεις εναντίον των Γάλλων.
[Σημ.13] Α. Χατζηαναργύρου, Τα Σπετσιωτικά, τ.Γ΄, σσ.562-563.
[Σημ.14] Όπου και στην σημ.8, σ.127.

Βιβλιογραφία

  1. Αναστάσιος Ορλάνδος, Ναυτικά, τόμος Β΄, Εν Αθήναις 1869.
  2. Ανάργυρος Χατζηαναργύρου, Τα Σπετσιωτικά, τόμος Γ΄, Εν Πειραιεί 1926.
  3. Κωνσταντίνος Νικόδημος, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών, τόμος Β΄, Αθήνησι 1862.
  4. Μάρκος-Μάριος Σίμψας, αρχιπλοίαρχος (Ο) ΠΝ, Το Ναυτικό στην ιστορία των Ελλήνων, τόμος Γ΄, έκδοση ΓΕΝ, Αθήναι 1982.
  5. Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, «Κυβερνητική διαμαρτυρία για ‘’δυναστική ενέργεια’’ του αντιστολάρχου Δάνδολου (1827)», περιοδικό Ιστορία Εικονογραφημένη, έκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΡΕΣΣ, τεύχος 319, Ιανουάριος 1995, σσ. 126-127.