Σπέτσες και ναυτιλία

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 208 τού ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΣΠΕΤΣΙΩΤΙΚΟΣ ΑΝΤΙΛΑΛΟΣ» (Ιούνιος-Ιούλιος 2010) απο την Κα Καλομοίρα Αργυρίου-Κουμπή, προϊσταμένη του Ιστορικού Αρχείου Σπετσών (ΓΑΚ) και αφορά τη διημερίδα για τη ναυτιλία, της οποίας το αναλυτικό πρόγραμμα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Στις 2 και 3 Ιουλίου, στην αίθουσα της Καποδιστριακής Στέγης Σπετσών, πραγματοποιήθηκε η διημερίδα με θέμα τη Ναυτιλία των Σπετσών, που διοργάνωσε το Ιστορικό Αρχείο Σπετσών.

Εδώ και μερικά χρόνια μια ομάδα του Ιονίου Πανεπιστημίου με επικεφαλής την καθηγήτρια Τζελίνα Χαρλαύτη μελέτησε τα στοιχεία που περιέχονται στο Αρχείο των Σπετσών για τη Ναυτιλία. Ιδιαίτερα η κ.Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου εκπόνησε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα τους Ναυτιλιακούς οίκους των Σπετσών το 19ο αιώνα, αφού εγκαταστάθηκε για μεγάλο διάστημα στις Σπέτσες και μελέτησε τα αρχεία και ιδιαίτερα το Αρχείο της Οικογενείας Κούτση το οποίο ο κ. Χρήστος Κούτσης είχε παραχωρήσει προς αντιγραφήν στο Τοπικό Αρχείο Σπετσών, και η ομάδα υποβοήθησης του Αρχείου και ιδιαίτερα η κυρία Μαρίκα Μπουζουμπάρδη είχαν φροντίσει για την αναπαραγωγή του.

Αποτέλεσμα αυτής όλης της έρευνας για τη Ναυτιλία των Σπετσών ήταν να προκύψουν νέα στοιχεία που ανέτρεπαν τη μέχρι τώρα αντίληψη για την δήθεν καταστροφή και παρακμή της Ναυτιλίας των Σπετσών στα μετεπαναστατικά χρόνια και καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Η διημερίδα αυτή λοιπόν διοργανώθηκε με κύριο σκοπό να ανακοινωθούν τα στοιχεία αυτά και να γίνουν γνωστά όχι μόνο στη στενά επιστημονική κοινότητα, αλλά και στο κοινό των Σπετσών που έχει ιστορικά ενδιαφέροντα .

Η πρώτη μέρα λοιπόν της διημερίδας, περιέλαβε τις ανακοινώσεις της ερευνητικής ομάδας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Στη συνεδρία προήδρευσε η καθηγήτρια της αρχειονομίας του Ιονίου Πανεπιστημίου κυρία Μαριάννα Κολυβά, η οποία στην αρχή προλόγισε εκφράζοντας την ευτυχία της για την πορεία του Ιστορικού Αρχείου Σπετσών, το οποίο είχε επισκευθεί με την ιδιότητα της δ/ντριας των ΓΑΚ.

Η κυρία Τζελίνα Χαρλαύτη, καθηγήτρια της Ναυτιλιακής Ιστορίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, μίλησε για την ‘Αμφιτρίτη‘ μια βάση δεδομένων που περιέχει στοιχεία για τα ελληνικά πλοία και τα ταξίδια τους, 21.000 ταξίδια συνολικά, στοιχεία που συλλέχτηκαν από είκοσι ερευνητές (δεκατέσσερες Έλληνες, έναν Τούρκο, έναν Μαλτέζο, έναν Ολλανδό και τρεις Ιταλούς), από τα αρχεία των μεγαλυτέρων λιμανιών της Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας.

Η κυρία Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, μίλησε για τον τρόπο έρευνάς της τόσο από το αρχείο Κούτση, όσο και από το συμβολαιογραφικό αρχείο, που είχε ο συμβολαιογράφος Γιώργος Λυράκης και έχει παραδώσει στο Τοπικό Αρχείο Σπετσών.

Στο ερώτημα αν οι Σπέτσες είχαν στόλο μετά το 1830, απάντησε πως όχι μόνο είχαν αλλά το λιμάνι των Σπετσών ήταν το δεύτερο μετά τη Σύρο λιμάνι σε εγγραφές νηολογήσεων, μέχρι το 1895, που το Γαλαξείδι καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση και περνάνε στην τρίτη θέση οι Σπέτσες. Είπε μάλιστα πως ο σπετσιώτικος στόλος την εποχή αυτή υπερβαίνει τον αριθμό νηολογήσεων στο λιμάνι των Σπετσών κι αυτό γιατί οι σπετσιώτες πλοιοκτήτες είχαν νηολογήσει τα πλοία τους και σε άλλα λιμάνια εκτός των Σπετσών όπως στη Σύρο μέχρι το 1865, και τον Πειραιά.

Στη συνέχεια ανέπτυξε θέματα όπως οι σχέσεις μεταξύ ναυτιλιακών οίκων, οι γυναίκες – χήρες κυρίως – που διηύθυναν ναυτιλιακούς οίκους των Σπετσών κλπ.

Η εισήγηση του κ.Παναγιώτη Καπετανάκη, είχε θέμα : ”Οι σπετσιώτες ταξιδεύουν στο Ιόνιο.1818-1860. Οικογένειες, εμπορεύματα, διαδρομές‘‘.

Χρησιμοποιώντας ως πηγή του και τη γαζέτα, την επίσημη εφημερίδα των Ιονίων νήσων, παρουσίασε τις αφίξεις και αναχωρήσεις των σπετσιωτικών πλοίων, κυρίως των εμπορικών (σιτοκάραβα), από και προς τα λιμάνια των Ιονίων νήσων και τις διαδρομές τους στα λιμάνια της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας κατά τον 19ο αιώνα.

Στο διάστημα 1845-1860, το λιμάνι των Σπετσών ήταν το τρίτο κατά σειρά λιμάνι, μετά της Κωνσταντινούπολης και της Σύρου, με το οποίο διατηρούσαν εμπορικές επαφές τα Επτάνησα. Την ίδια εποχή ο Πειραιάς κατείχε την έβδομη θέση, η Ύδρα την ένατη και η Θεσσαλονίκη τη δέκατη.

Γιας το ίδιο διάστημα, κατέδειξε τις διαδρομές των σπετσιώτικων ποντοπόρων σκαφών στις εμπορικές διαδρομές της Μεσογείου, από τον Πειραιά, την Ύδρα και τη Σύρο, την Πάτρα, την Πρέβεζα, την Κεφαλονιά, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα,την Καλαμάτα το Ναύπλιο, το Γιβραλτάρ, τη Μασσαλία, το Λιβόρνο, τη Βενετία, την Τεργέστη, τη Μάλτα και τη Μεσσήνα, το Ταϊγάνιο, την Κωνσταντινούπολη, τη Λάρνακα, την Αλεξάνδρεια και τη Βραϊλα. Στη συνέχεια μίλησε για το είδος των εμπορευμάτων που μετέφεραν τα σπετσιώτικα πλοία και είπε πως σε ποσοστό 62% ήταν δημητριακά, ενώ το 75% των πλοίων αυτών ήταν μπρίκια.

Η επόμενη ομιλήτρια Ρούρα Σιφναίου, μίλησε για την εμπορική παρουσία των σπετσιωτών στο Ταϊγάνιο το 19ο αιώνα. Μέσα στην ανακοίνωσή της, μας λύθηκε η απορία, τι απέγινε με τη Διαθήκη Ησαϊα, με την οποία ο Ηλίας Πέτρου Ησαΐας, σπετσιώτης που ζούσε στο Ταϊγάνιο της Ρωσίας άφηνε στη διαθήκη του μέρος της περιουσίας του για να κτιστεί και να συντηρείται γηροκομείο στις Σπέτσες. Το θέμα αυτό το είχαμε δημοσιεύσει σε τεύχος του περιοδικού σπετσιώτικος αντίλλαλος με τίτλο: «Από το Αρχείο Σπετσών, Ιστορίες γυναικών. Ιστορία Τρίτη: Η σύζυγος του παρά λίγο ευεργέτη των Σπετσών Ηλία Π. Ησαΐα.»

Από τα έγγραφα του Ιστορικού Αρχείου Σπετσών, γνωρίζαμε για τη Διαθήκη και για τη μη εκτέλεσή της. Η απορία μας ήταν: Γιατί δεν εκτελέστηκε και τι απέγινε με τα χρήματα αυτά;

Η κυρία Σιφναίου, από στοιχεία του οικογενειακού της αρχείου, της οικογενείας Σιφναίου με την οποία η οικογένεια Ησαϊα συνδεόταν, μας έλυσε τις απορίες αυτές και μας παρουσίασε τη συνέχεια της Ιστορίας, σύμφωνα με την οποία, η χήρα Ησαϊα προτίμησε να τοποθετήσει τα χρήματα που προορίζονταν κατά την επιθυμία του εκλιπόντος συζύγου της στην οικογενειακή επιχείρηση, η οποία στη συνέχεια χρεωκόπησε, και το παράδειγμα της κακής διαχείρισής της χρησιμοποιήθηκε από τους επιχειρηματικούς κύκλους της εποχής, ως παράδειγμα προς αποφυγήν.

Η πρώτη συνεδρία έκλεισε με την παρουσίαση των καταστίχων του πλοίου ‘‘Αχιλλεύς‘’ του Ηλία Θερμησιώτη, 1821-1829 από εμάς.

Προσπαθήσαμε να καταδείξουμε τον πλούτο της ιστορικής πληροφορίας που περιέχουν τα πολεμικά κατάστιχα, το είδος της καταστιχογραφίας τους και ν’απαντήσουμε στο ερώτημα αν μέσα από τα κατάστιχα αυτά καταδεικνύεται η εντιμότης ή μη του αγωνιστή, αν δηλαδή διεκδικώντας την πολεμική αποζημίωση παρουσίασε ακριβή στοιχεία των εξόδων του ή τα διόγκωσε για να πετύχει μεγαλύτερη αποζημίωση.

Την επομένη μέρα η πρώτη συνεδρία είχε θέμα την αρχαιότητα και τη χαρτογραφία.

Ο κ. Άδωνις Κύρου μίλησε με θέμα : «Πιτυούσα-Πέτσα-Σπέτσαι. Στο πέρασμα των αιώνων και των κυμάτων ( 2.300π.Χ.-1715 μ.Χ.)». Με μια αρχαιολογική προσέγγιση του θέματος, ανέπτυξε την ονοματοθεσία της ευρύτερης περιοχής και ειδικά των Σπετσών, ξεκινώντας από τις περιγραφές του Παυσανίου.

Μίλησε για τα αρχαιολογικά ευρήματα από διάφορες εποχές στις Σπέτσες και τα συμπεράσματα που εξάγονται για την πορεία του νησιού και την ιστορία του, για τη μεγάλη ακμή των Σπετσών επί Φραγκίσκου Μοροζίνη προς τον οποίο υπάρχει επιστολή των Σπετσιωτών, με την οποία απαντούν όταν τους ζητά πληροφορίες για τις κινήσεις του τουρκικού στόλου, λέγοντας πως δεν ξέρουν τίποτα, πως δε μπορούν να τον προμηθεύσουν τίποτα, κλπ. Για τον οικισμό του παλιού λιμανιού και τις παλιότερες ανασκαφές του Θεοχάρη στην περιοχή των μύλων και τον οικισμό της Ζωγεριάς και τις πρόσφατες ανασκαφές στον παλιογιώργη. Εκεί βρέθηκε τάφος με το σκελετό ενός νέου ανδρός, περίπου 28 ετών, που φέρει ένα βόλι στο κεφάλι, τοποθετείται γύρω στο 1890 και έχει υποστεί επεμβάσεις τυμβωρυχίας που μαρτυρούν ‘‘βρυκολακισμό‘’ δηλαδή επεμβάσεις που έκαναν στους νεκρούς που είχαν εξωμόσει κι είχαν ασπαστεί τον καθολικισμό. Τέτοια περίπτωση αποτελούν οι Υδραίοι οι οποίοι είχαν ασπαστεί τον καθολικισμό το 1726. Το εύρημα αυτό πιθανόν να ανατρέπει τις μέχρι τώρα αντιλήψεις περί της Αλβανικής καταγωγής των Σπετσιωτών. Μίλησε για τους στρατιώτες από τη Χειμάρα και από άλλες περιοχές της Βορείου Ηπείρου που είχε στρατολογήσει ο Μοροζίνι (stratioti albanezi), από τους οποίους προήλθαν οι γνωστότερες οικογένειες των Σπετσών.

Ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση με πολύ συμπυκνωμένη πληροφορία.

Ο επόμενος ομιλητής, ο κύριος Χρήστος Αγουρίδης, γραμματέας του Ινστιτούτου Εναλίας Αρχαιολογικής Έρευνας, μίλησε για τα ναυάγια της εποχής του Χαλκού στον Αργοσαρωνικό και για τη ναυσιπλοΐα και τα εμπορεύματα κατά την εποχή του Χαλκού.

Μίλησε για τις πρώτες απεικονίσεις πλοίων που έχουμε από την εποχή αυτή, για τα ευρήματα των ναυαγίων στο Μόδι το Δοκό και τα Ίρια. Παρουσίασε πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τις υποθαλάσσιες έρευνες και επιχειρήσεις. Μίλησε για τα μοναδικά αυτά ευρήματα των δυο ναυαγίων που ευρίσκονται στο ισόγειο του Μουσείου των Σπετσών, τα οποία δυστυχώς δεν είναι επισκέψιμα.

Η κυρία Μαρίκα Μπουζουμπάρδη με θέμα ‘‘Οι Σπέτσες στη Ναυτική χαρτογραφία‘’, παρουσίασε τους σημαντικότερους σταθμούς στην Ιστορία της Ναυτικής χαρτογραφίας και κατόπιν ένα Πορτολάνο και ένα Ιζολάρι που περιλαμβάνουν και περιγράφουν τις Σπέτσες. Ο Πορτολάνος περιέχει κείμενο του 16ου αιώνα που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Armand Dellate “Les Portulas Grecs”που εκδόθηκε στη Λιέγη το 1947 και χάρτη σχεδιασμένο από το Γάλλο υδρογράφο του βασιλιά, Joseph Roux, που το 1764 εξέδωσε σε 12 φύλλα το χάρτη της Μεσογείου και μέχρι το 1817 ακολούθησαν πολλές εμπλουτισμένες ανατυπώσεις.

Το νησολόγιο είναι ένας χάρτης του 1586, του Andre Thevet, Γάλλου κοσμογράφου, στον οποίο σημειώνεται οικισμός στο παλιό Λιμάνι, οχύρωση στο Καστέλλι κι ένα μοναστηριακό συγκρότημα στους Αγίους Αναργύρους ( Άδ. Κύρου). Παρουσίασε επίσης το χάρτη των Σπετσών του 19ου αιώνα,του Ρώσου φιλέλληνα Πετρώφ με τον οποίο εξαίρει τη συμβολή των Σπετσών στον αγώνα του ’21, καθώς και το χάρτη του Κοτσοβίλη, που εκδόθηκε με δαπάνη Μπόταση στις αρχές του 20ου αιώνα.

Η δεύτερη συνεδρία είχε θέμα της τη Ναυτιλία των Σπετσών κατά το 19ο αιώνα.

Πρώτος ομιλητής ήταν ο κ. Γιάννης Μανιάτης, αξιωματικός Π.Ν. ε.α. που παρουσίασε το θέμα: «Σπετσιώτες στο ναύσταθμο του Πόρου το 19ο αιώνα».

Μετά από μια πολύ κατατοπιστική παρουσίαση της ιστορίας του Ναυστάθμου του Πόρου, και του καθεστώτος λειτουργίας του, μίλησε για τους Σπετσιώτες που μετά την Επανάσταση υπηρέτησαν στο Ναύσταθμο του Πόρου, παρουσίασε πίνακα των Σπετσιωτών αξιωματικών και υπαξιωματικών του Ναυστάθμου Πόρου, μίλησε για τα δυο τιμητικά σώματα που συστάθηκαν στο Πολεμικό Ναυτικό για την αποκατάσταση των αγωνιστών του ’21, το Ταξιαρχικό Ναυτικό Τάγμα που συστάθηκε στο Ναύσταθμο του Πόρου το 1831 και στο οποίο κατετάγησαν 26 πλοίαρχοι του Αγώνα, 7 Υδραίοι και 19 σπετσιώτες., και το σώμα των Πρεσβυτών (Βετεράνων), που συστάθηκε στο Ναύσταθμο του Πόρου το 1835, στο οποίο κατετάγησαν τα κατώτερα πληρώματα των πλοίων, συνολικά 72 άτομα, που είχαν σημαντική δράση κατά τη διάρκεια του αγώνα.

Μίλησε ακόμα για τον Νικόλα Γκίκα Μπόταση, που διορίστηκε έφορος Νεωρίου του Ναυστάθμου το 1833 και Διευθυντής του Ναυστάθμου του Πόρου το 1836, το Γεώργιο Μυργιαλή που διορίστηκε έφορος Λιμένα του Ναυστάθμου το 1838, τον Ανάργυρο Λεμπέση, το Γεώργιο Πάνου και άλλους.

Ο π. Ανδρέας Κουμπής, με αφορμή το πιστοποιητικό θανάτου μιας απογόνου του Χατζηγιάννη Μέξη, της Καλομοίρας Μέξη, στο οποίο αναγράφεται ως αιτία θανάτου η πείνα, είπε πως τελικά η Ελλάδα που οραματίστηκαν οι ναυμάχοι, και το κράτος που θα τους εξασφάλιζε ισονομία, δημοκρατία και αξιοπρέπεια, έμεινε ένα ανεκπλήρωτο όραμα, αφού από τις πρώτες μέρες της ‘‘ανεξαρτησίας‘’ μέχρι σήμερα λειτουργούν μηχανισμοί που μας οδηγούν στην υποτέλεια στις μεγάλες δυνάμεις της κάθε εποχής που με μοχλό πίεσης τα δάνεια και την οικονομική εξάρτηση διεκδικούν το ρόλο του ρυθμιστή όλων των ζητημάτων οικονομικών και μη.

Ο κ. Παύλος Παρασκευαΐδης ανέπτυξε το θέμα: «Πλοία εν κινδύνω». Αφού αναφέρθηκε στις παράτολμες εμπορικές επιχειρήσεις Σπετσιωτών κατά τους προεπαναστατικούς χρόνους, ανέφερε περιπτώσεις πειρατικών επιδρομών σε σπετσιώτικα πλοία που περιγράφονται από τους Σπετσιώτες ιστορικούς, όπως των δυο συζύγων της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, του Δημητρίου Γιάννουζα που σκοτώθηκε σε πειρατική επιδρομή το 1797 και του Δημητρίου Μπούμπουλη που επίσης σκοτώθηκε το 1811, την επιδρομή στο καράβι του Θεοδώρου Γκίνη το 1796, την επιδρομή στο τρικάταρτο πλοίο του ΧατζηΑναργύρου που το κυβερνούσε ο πρωτότοκος γιος του Αναγνώστης το 1807, την επιδρομή στο πλοίο του Αναστασίου Κυριακού το 1804 κ.α.

Ο κ. Κώστας Κουλαλόγλου αδυνατώντας να παρευρεθεί έστειλε και διαβάστηκε κείμενο από το αρχείο της οικογενείας Μέξη που περιγράφει την περίπτωση ενός σιτοκάραβου 224 τόνων της οικογενείας Μέξη που ονομαζόταν «Γέρων Μέξης», και το οποίο φεύγοντας από την Κέρκυρα με προορισμό τη Μάλτα το 1867, λίγο έλειψε να ναυαγήσει έξω από τους Παξούς.

Ο κ. Μανόλης Λούζης, μἰλησε για τη συμμετοχή των σπετσιωτών στη Φιλική Εταιρεία.

Μετά το 1817 είπε, άρχισε η μεγάλη εξάπλωση της Φιλικής Εταιρείας όταν σ’αυτήν συμμετείχαν σημαντικές προσωπικότητες των Γραμμάτων, της Εκκλησίας, της Τοπικής Διοίκησης και του εμπορικού κόσμου. Οι καραβοκυραίοι χρηματοδοτούσαν την οργάνωση, ενώ οι καπετάνιοι μετέφεραν το μήνυμά της στις ιδιαίτερες πατρίδες τους και στην υπόλοιπη Ελλάδα. Η μύηση των νησιωτών στη Φιλική Εταιρεία είχε σαν αποτέλεσμα τη σταδιακή προετοιμασία των νησιών και του στόλου για τη μεγάλη μέρα του ξεσηκωμού. Στη συνέχεια περιέγραψε τα γεγονότα της 3ης Απριλίου του 1821 και της επανάστασης των Σπετσών που ήταν ο καρπός της συμμετοχής των Σπετσιωτών στη Φιλική Εταιρεία.

Η συνεδρία αυτή έκλεισε με τον κ. Φίλιππο Δεμερτζή, απόγονο της ηρωΐδας Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και ιδρυτή του Μουσείου της, που εξιστόρησε τη δράση της ηρωΐδας τα κατορθώματά της και το άδικο τέλος της.

Το απόγευμα του Σαββάτου 3 Ιουλίου στην 3η Συνεδρία ομιλητές ήταν αρκετοί Σπετσιώτες και μάλιστα από τη νεώτερη γενιά. Η παρουσία τους είναι σημαντική κι ελπιδοφόρα.

Ο εμποροπλοίαρχος Παναγιώτης Ευ.Βρονταμίτης, μίλησε με θέμα «Το πέρασμα Σπέτσες-Κόστα τον 20ο αιώνα.»

Αναφερθηκε στο Σωτήριο Ανάργυρο που συνέλαβε την ιδέα και οργάνωσε θαλάσσιες εκδρομές στην απέναντι ακτή της Κόστας για τους παραθεριστές του Πωσειδωνίου. Στο τεύχος της 18ης Αυγούστου του 1916 της εφημερίδας «Πατρίδα» ανώνυμη ανταποκρίτρια δημοσίευσε άρθρο για τα «μπαιν μιξτ» τα πρώτα μεικτά μπάνια στην Ελλάδα, στην περιοχή της Κόστας. Με αυτό οι σπετσιώτες ναυτικοί είχαν καταφέρει να κάνουν την Κόστα γνωστή στο πανελλήνιο.

Ο στόλος από λατίνια που εκτελούσε τις μεταφορές Κόστα-Σπέτσες, ολοένα και αυξανόταν καθώς με την ίδρυση και της Αναργυρείου Σχολής, αυξήθηκαν οι ανάγκες μεταφοράς.

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις δύσκολες συνθήκες μεταφοράς για το πέρασμα αυτό, κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου πολέμου και τη Γερμανική κατοχή, τότε που ακόμα και με πάχτωνες περνούσαν οι σπετσιώτες απέναντι προκειμένου να ανταλλάξουν αγαθά και να εξασφαλίσουν τα προς το ζην.

Αναφέρθηκε στα σπουδαία σκαριά που κατασκεύασαν καραβομαραγκοί του νησιού για τη διαδρομή αυτή, όπως τον «Ουρανό» του καραβομαραγκού Δημητρίου Κανναβού που υπάρχει ακόμα και εκτελεί το δρομολόγιο.

Έπειτα αναφέρθηκε στη δεκαετία του ’70 που άλλαξε ριζικά τις θαλάσσιες μεταφορές στο πέρασμα Κόστα -Σπέτσες, με τη δρομολόγηση δυο φέρρυ μπόουτ, της «Αρμάτας» του Λευτέρη Μώρου και Παντελή Παρασκευά, και του «Μιχαλάκη» της οικογενείας Μπούφη, και την αγορά έξι ταχύπλοων σκαφών, στα μέσα της δεκαετίας ’70 από τους Ευάγγελο Μπαρδάκο και Μιχάλη Σύρμα, χάρη στους οποίους όχι μόνον οι Σπέτσες, αλλά η Ελλάδα, γνωρίζει για πρώτη φορά τα θαλάσσια ταξί.

Η επόμενη ομιλίτρια, η Ευγενία Φραγκιά, μίλησε για την περίπτωση του Ιωάννη Μπούφη, ενός ναυτικού που κατάφερε από ξύλινα σκαριά του 20ου αιώνα να περάσει μ’επιτυχία στον 21ο αιώνα, έχοντας σήμερα μια πολύ καλά στημένη ναυτιλιακή επιχείρηση. Περιέγραψε όλες τις φάσεις της ναυτιλιακής του δραστηριότητας και στο τέλος άφησε τον ίδιο να μιλήσει μέσα από μια ολιγόλεπτη ταινιούλα που πρόβαλε.

Σ’αυτήν ο καπτα Γιάννης, μιλώντας απλά με το χαρακτηριστικό του τρόπο είπε πως δούλεψε στη θάλασσα σκληρά από 13 χρονών παιδάκι, πως ο Θεός τον βοήθησε και πήγε καλά.

Είπε πως τη θάλασσα πρέπει να τη σέβεσαι και να την αγαπάς, και σύστησε στους νέους να ασχολούνται με τη θάλασσα και να μη προτιμούν να επενδύουν τα χρήματά τους σε σπίτια γιατί τα σπίτια σε καθηλώνουν. Η παρουσίαση της Ευγενίας συγκίνησε ιδιαἰτερα, αφού το πρόσωπο του οποίου τη δραστηριότητα παρουσίασε, είναι ο αγαπημένος της παππούς.

Ο επόμενος ομιλητής Αλέξανδρος Δημ. Μπούφης, εμποροπλοίαρχος που προέρχεται από οικογένεια ναυπηγών, μίλησε για την ξυλοναυπηγική τέχνη των Σπετσών και τις σύγχρονες προεκτάσεις της. Είπε ότι στις Σπέτσες αναπτύχθηκε η ξυλοναυπηγική τέχνη επειδή το νησί ευρισκόμενο στο σταυροδρόμι του Αργολικού ήταν πάντοτε ναυτικός σταθμός και επιπλέον διέθετε πλούσιο πευκοδάσος. Στην περιοχή της Αγ. Μαρίνας εικάζεται ότι υπήρχε ναυπηγική εγκατάσταση όπου κατασκευάστηκαν «αι μελαναί νήες» του βασιλιά του Άργους και ήρωα του Τρωικού πολέμου, Διομήδη. Κατά τους Ελληνιστικούς, Ρωμαϊκούς και Πρωτοβυζαντινούς αιώνες (3ος π.Χ.- 5ος μ.Χ.), η πόλη, τα ναυπηγεία, τα δημόσια λουτρά βρίσκονται στο μυχό του Παλιού Λιμανιού. Μετά την πτώση του Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1715, οι Σπέτσες εποικίζονται από τους φυγάδες Αρβανίτες μισθοφόρους των Ενετών. Οι πρώτοι ξυλοναυπηγοί της εποχής ίσως να είχαν εργαστεί στα Ενετικά ναυπηγεία της Ασίνης και να γνώριζαν κάποια πράγματα. Για τους Ενετούς πάντως η ξυλοναυπηγική τέχνη αποτελούσε κρατικό μυστικό και τα ναυπηγεία στο ναύσταθμο της Βενετίας ήταν φρουρούμενα, ώστε να μην διαρρέουν τα μυστικά της τέχνης. Έτσι, από το 1748, βλέπουμε στα αρχεία της Μάλτας τους Σπετσιώτες πρώτους απ’ όλους τους αιγαιοπελαγίτες, να φθάνουν στο λιμάνι της. Αυτό σημαίνει εξέλιξη ναυπηγικής αλλά και της ναυτικής τους τέχνης, αφού μέχρι τότε ταξίδευαν μόνο κοντά στις ακτές χωρίς ν’ ανοίγονται στο πέλαγος. Από το 1772, που οι σπετσιώτες επιστρέφουν ξανά στο νησί τους μετά την καταστροφή των Ορλωφικών, αρχίζει μια νέα περίοδος στην ξυλοναυπηγική τέχνη. Την εποχή εκείνη έρχεται στο νησί από την Μήλο και ο πρώτος επώνυμος ναυπηγός ο Δημ. Μιχελής. Αυτός με μόνα εργαλεία τη στάθμη και τον πήχη κατασκευάζει ολκάδες, που είναι ιστιοφόρα πλοία, που γίνονται κωπήλατα σε περίπτωση άπνοιας. Στη συνέχεια μίλησε για τα είδη πλοίων που ναυπηγήθηκαν την εποχή αυτή, και για τις περίφημες σπετσιώτικες βρικογολέτες, πασίγνωστες για την ομορφιά, στερεότητα και ταχυπλοΐα τους και είναι περιζήτητες ακόμη κι απ’ τους Οθωμανούς. Μετά την εμφάνιση του ατμού και την παρακμή των μεγάλων ιστιοφόρων, οι σπετσιώτες ναυπηγοί προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της εποχής και ναυπηγούν τρεχαντήρια, που γίνονται πασίγνωστα και περιζήτητα στο πανελλήνιο. Ένας σύγχρονος Σπετσιώτης ξυλοναυπηγός που εφάρμοσε νέες τεχνικές ήταν ο αείμνηστος Στυλιανός Στυλιανού (1895-1993). Ο Μάστρο-Στέλιος ήταν ο πρώτος Έλληνας εμπειρικός ναυπηγός που δούλεψε απ’ ευθείας με ναυπηγικά σχέδια και ένας από τους λίγους που έφτιαχναν τέτοια σχέδια. Αναφέρθηκε επίσης στον Μαστρο-Βασίλη Δελημήτρο, που το 1984 σε συνεργασία με τον αρχαιολόγο Tim Severin και σχέδια του ναυπηγού Colin Moody, ναυπήγησε για λογαριασμό του National Geographic, την σύγχρονη «Αργώ». Ήταν μια παγκόσμια αναγνώριση της σπετσιώτικης ξυλοναυπηγικής τέχνης. Μετά την καθέλκυση της και τα δοκιμαστικά, έπλευσε για να αναβιώσει το ταξίδι στην Κολχίδα. Τελειώνοντας ο Αλέξανδρος αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σήμερα οι συνεχιστές της παραδοσιακής αυτής τέχνης και είπε πως εκτός των άλλων έχουν ν΄αντιμετωπίσουν και και την εχθρότητα της πολιτείας που φτιάχνει νόμους που εξισώνουν τουε εργαζόμενους στα παραδοσιακά καρνάγια με τους καταπατητές του αιγιαλού.

Μετά παρουσιάσαμε τη Ματθίλδη Καλογεροπούλου μια γυναικεία προσωπικότητα των Σπετσών, σημαντική για τη συμμετοχή της στο πολεμικό και εμπορικό ναυτικό.

Όλα ξεκίνησαν όταν η ίδια φυγάδευσε στην Κρήτη ομάδα Νεοζηλανδών που είχαν παγιδευτεί στο νησί κατά την υποχώρηση το 1941. Εκεί πολέμησε στη μάχη της Κρήτης, τραυματίστηκε και κατάφερε να διαφύγει στην Αλεξάνδρεια, από όπου μετά τη θεραπεία της ναυτολογήθηκε το Σεπτέμβριο του 1941 στο φορτηγό πλοίο ‘‘Ήρων‘’ και στη συνέχεια στο δεξαμενόπλοιο ‘‘Αργώ‘’, κι έτσι γίνεται η πρώτη γυναίκα ναύτης στην Ιστορία της Ελληνικής Ναυτιλίας. Με την απελευθέρωση επιστρέφει στον Πειραιά. Παρασημοφορείται και αναγνωρίζονται οι Υπηρεσίες της προς το συμμαχικό στρατό από τη Βρετανική Κοινοπολιτεία.

Από κει και πέρα αρχίζει η σταδιοδρομία της στο εμπορικό Ναυτικό. Ταξιδεύει επί 20 έτη, με μόνη διακοπή τρεις μήνες το 1955 όταν έπαθε ένα κάταγμα στην ωμοπλάτη και λίγους μήνες το 1965. Συνταξιοδοτήθηκε το 1969. Στα χρόνια αυτά έγινε θρύλος και ασχολήθηκε μαζί της ο διεθνής τύπος. Παράλληλα με την παρουσίαση της δράσης της, προβάλαμε πλούσιο φωτογραφικό υλικό από τη ζωή της στα πλοία και από τα αφιερώματα του διεθνούς τύπου σ’ αυτήν.

Ο κ. Άδωνις Κύρου, πρόεδρος αυτής της συνεδρίας, παρουσιάζοντας τον επόμενο ομιλητή, τον κ. Γ. Σταματίου, είπε πως είναι ένα πρόσωπο που ασχολήθηκε με τη συγγραφή και την έρευνα στις Σπέτσες, όπως και ο πρόσφατα εκλιπών κ. Σαράντος Τσουλουχόπουλος, από τη δεκαετία του ’60 και του ’70, σε χρόνια «πέτρινα». Ο κ. Σταματίου μίλησε για τη σπογγαλιεία στις Σπέτσες στις αρχές του 20ου αιώνα. Πρόκειται για ανακοίνωση μιας σοβαρής έρευνας από πρωτογενείς πηγές που έκανε τα τελευταία χρόνια. Παρουσίασε τον τρόπο εργασίας των σπογγαλιέων, μίλησε για τις οικογένειες των σπετσιωτών σπογγαλιέων και τις μαρτυρίες που υπάρχουν γι αυτούς.

Η Λένα Μπενέκη, μίλησε με θέμα : ‘’Σπέτσαι. Ένας παραθεριστικός προορισμός του Μεσοπολέμου‘’, παρουσιάζοντας πλούσιο φωτογραφικό υλικό από το Ε.Λ.Ι.Α., από καρτ ποστάλ και φωτογραφίες που αποτυπώνουν το κλίμα της εποχής, όταν το Πωσειδώνιο ήταν στην ακμή του και οι Σπέτσες με τα μπαιν μιξτ προσήλκυαν όλη την καλή κοινωνία της Ελλάδος.

Η τελευταία συνεδρία ήταν αφιερωμένη στην τέχνη.

Ο κ. Γιώργος Κούτσης, μίλησε για τον πρόγονό του θαλασσογράφο Ιωάννη Γεωργίου Κούτση, το γνωστό σε όλους από τον πίνακα της Ναυμαχίας των Σπετσών που έχει φιλοτεχνήσει, που ευρίσκεται στο εκκλησάκι της Παναγίας της Αρμάτας.

Πρώτα ανέφερε κάποια γενεαλογικά στοιχεία της οικογενείας και μετά αναφέρθηκε στον Ιωάννη Γ. Κούτση, παρουσιάζοντας τη ζωή του και τη δραστηριότητά του ως πλοιοκτήτου. Γεννήθηκε το 1860 στις Σπέτσες, όπου πέρασε την παιδική του ηλικία μέχρι το 1873 που η οικογένειά του μετοίκησε στον Πειραιά. Εκεί τέλειωσε το Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο, ενώ τα καλοκαίρια τα περνούσε στις Σπέτσες. Το 1885-1890 ίδρυσε με τα αδέλφια του τον εφοπλιστικό οίκο “Coutzis Bros. of Pireaus”. Ο εφοπλιστικός αυτός οίκος γνώρισε τη μέγιστη ακμή του στο διάστημα 1900-1910. Το 1915 αποσύρεται από τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις και το 1929 μετοικεί στο κτήμα του στις Σπέτσες. Το 1938 επιστρέφει στον Πειραιά, όπου και πεθαίνει το 1953.

Στη συνέχεια αναφέρθηκε στα πλοία των Κουτσαίων, τα οποία ζωγράφισαν τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο αδελφός του Νότης Γ. Κούτσης ( 1865-1946).

Τέλος αναφέρθηκε στο καλλιτεχνικό έργο του Ι.Γ. Κούτση και στις πέντε καλλιτεχνικές περιόδους του θαλασσογράφου :

Μαθητεία στον Αλταμούρα: 1876-1878
Μαθητεία στον Βολανάκη: 1883-1907
Συγκερασμός τάσεων, ρεαλισμός, επίδραση Βολανάκη
Εμπρεσιονιστική διάθεση
Έργα γεροντικής ηλικίας

Η αναλυτική παρουσίαση του έργου του θαλασσογράφου με το πλούσιο φωτογραφικό υλικό ήταν πολύ εντυπωσιακή.

Η τελευταία ομιλήτρια, η Κυρία Ναταλία Μελά, η γνωστή γλύπτρια, μάγεψε κυριολεκτικά το ακροατήριο με τον ποιητικό λόγο της. Θέμα της ήταν οι ‘‘θαλασσινές μορφές της Ιστορίας και του μύθου στις Σπέτσες‘’, δηλαδή οι δημιουργίες της, τα γλυπτά έργα της των ιστορικών και μυθικών προσώπων που ευρίσκονται στις Σπέτσες, η Μπουμπουλίνα, ο Μπαρμπάτσης κι η γοργόνα.

«Η αληθινή τέχνη»,είπε, « είναι μίμησις της φύσεως»

«Ξεκίνησα να φτιάχνω το άγαλμα της Μπουμπουλίνας, που ήταν ηρωΐδα, διότι θυμόμουν τη μητέρα μου που ήταν επίσης ηρωΐδα. Η Μπουμπουλίνα έβλεπε μακριά κι εγώ εσκίασα τα μάτια της με το αριστερό της χέρι για να ατενίζει πέρα από τα πελάγη τις αλύτρωτες πατρίδες μας. Το δεξί χέρι είναι έτοιμο ν’αρπάξει την κουμπούρα. Ο σταυρός έχει τοποθετηθεί στο στήθος. Άφησα τα πόδια της γυμνά, διότι έτσι στέκουν οι καπεταναίοι στα καράβια τους. Το δεύτερο δάχτυλο του ποδιού το έκανα μακρύτερο, για να μοιάζει με τ’αρχαία μας αγάλματα. Τη θέλησα καμαρωτή και λεβέντισσα. Όλες τις λεπτομέρειες του αγάλματος τις έχω μελετημένες… με λογισμό και μ’όνειρο… Με τον ίδιο τρόπο προσπάθησα να φτιάξω το άγαλμα του Μπαρμπάτση. Μόνο που τότε δεν είχε κυκλοφορήσει το πολυτιμότατο βιβλίο του Ανδρέα Αν. Κουμπή και στηρίχτηκα μόνο στο μύθο που έλεγε πως ο Μπαρμπάτσης ήταν ένας νεαρός μούτσος, ένα θαλασσοπούλι δηλαδή, που έκανε το ηρωίκό ανδραγάθημα να κάψει την τουρκική ναυαρχίδα. … βοήθησε πάλι ο μύθος. Ήταν νέος, ωραίος κι ηρωίκός. Τα κόκκινα φέσια των Σπετσιωτών άνθισαν σαν τριαντάφυλλα γύρω από το ξωκκλήσι της Παναγιάς της Αρμάτας. Μα τι πιο ωραίο από τους μύθους των Σπετσών;;….

Ο λόγος της μεγάλης καλλιτέχνιδας που τα έργα της κοσμούν και διδάσκουν το νησί μας συγκίνησε και γοήτευσε το ακροατήριο. Μετά από αυτό δε χρειαζόταν να πούμε τίποτα για να κλείσουμε τη διημερίδα. Δε μπορούσαμε να πούμε τίποτα….

Την επομένη μέρα ο κ. Αγουρίδης ξενάγησε τους συνέδρους στο ισόγειο του Μουσείου των Σπετσών, όπου εκτίθενται τα ευρήματα από τα δυο ναυάγια των Ιρίων και του Δοκού και πρόβαλε ταινία του Ι.ΕΝ.Α.Ε.

Όλη η ιστορία των Σπετσών είναι συνδεδεμένη με τη θάλασσα και τη ναυτιλία της. Ένα τέτοιο θέμα λοιπόν αφορά όλους τους Σπετσιώτες.

Πιστεύουμε πως η διημερίδα αυτή ήταν μια αφορμή να προχωρήσει η έρευνα στο μεγάλο θέμα αυτό της Ναυτιλίας, έκανε γνωστή την έρευνα που έχει γίνει και τα πορίσματά της και πρόσφερε σημαντικές γνώσεις και πληροφορίες σε όσους την παρακολούθησαν.

Καλομοίρα Αργυρίου-Κουμπή

—–

Advertisements