Νίκος Ακάσογλου

Τι έκανε με τα πρώτα χρήματα που κέρδισε; «Έδωσα 13 δραχμές, το φορτώθηκα. Έτσι πήγα, δέκα-δώδεκα οκάδες καρπούζι είναι, το μακρόστενο, χτυπούσε ο ήλιος στην ανηφόρα, ιδρωμένος. Εν τω μεταξύ είχαμε αλλάξει σπίτι και πήγαμε προς τους Αγίους Πάντες. «Μάναα, καλέ Μάνα!». Το θυμάμαι τα κλάματα που έκανε η μάνα. Με φίλησε. Λέω, «με τα λεφτά τα δικά μου που δούλεψα!» Λέω, «πάρε και τα ρέστα». (τον ρωτάω, πόσο χρονών;). Ήμουνα, το ‘24, εφτάμιση-οχτώ χρονών.»

Αυτό το στιγμιότυπο είναι απο την αφήγηση του Μικρασιάτη Νίκου Ακάσογλου το 2002, ενώ μάζευα υλικό για το βιβλίο «Ανεξερεύνητες Σπέτσες». Πίναμε καφέ κι έλεγε για τη ζωή του. Εδώ θα βρείτε όσα σημείωσα. Αφορούν τη ζωή στην Αλάγια, τις περιπέτειες της προσφυγιάς, τη ζωή στις Σπέτσες, το πρόβλημα με το νερό, την αναζήτηση εργασίας. Επίσης, στιγμιότυπα απο την Κατοχή και την πολιτική.

Πέτρος Χαριτάτος

Ο Νίκος Ακάσογλου, Σπετσιώτης απο τη Μικρασία, αφηγείται τη ζωή του.

Ο Νίκος Ακάσογλου, Σπετσιώτης απο τη Μικρασία, αφηγείται τη ζωή του.

Είμαι 87 ετών, γεννήθηκα στις 23 Φεβρουαρίου του 1916, 10 με το παλιό. Το ’23 αλλάξαμε ημερολόγιο. Το μέρος μας, η Αλάγια, είναι στην επαρχία Πισιδίας, καθώς και η Σπάρτα και λοιπά. Ο Μέγας Αλέξανδρος είχε τον Πισίδα στρατηγό. Είχε ακρόπολη, τείχη παλαιά, που βρίσκονται ακόμα.

Αλάγια

Το 1918 ο Σουλτάνος είχε δώσει το Σύνταγμα, ζούσαμε ελεύθερα. Θυμάμαι, στην γιορτή του πατέρα, ερχόντουσαν όλες οι αρχές, δικαστικοί, στρατιωτικοί – γιατί είχαμε ίλη ιππικού. Και το Πάσχα τους στέλναμε τσουρέκια ζυμωμένα με γάλα και με βούτυρα και το ‘χαν τιμή. Μέσα σε καζάνι μεγάλο εβράζαμε αυγά κόκκινα με αμυγδαλόφυλλα, κρεμμυδόφυλλα περισσότερο, και γίνονται ένα χρώμα όχι κόκκινο, προς το καφετί, δηλαδή σκούρο. Δεν υπήρχανε βαφές όπως τώρα, κόκκινες. Θυμάμαι είχαμε πλεκτές καρέκλες και τραπέζια από μπαμπού, ψάθινα όλα. Τα βάζαμε στο πατάρι του σπιτιού και τα κατεβάζαμε στις γιορτές, στη γιορτή του πατέρα, Χριστούγεννα, Πάσχα ιδίως, κατεβάζαμε μπερεκέτια. Κάτω, στα υπόγεια, ήτανε κιούπια, όπως αυτό που ‘χουμε έξω, εδώ, και φέρναν τα τυριά οι Τούρκοι, από τα δικά μας δηλαδή, τα πλένανε, όλο βούτυρο, πάχος, τα πλένανε τ’αλατίζανε και τα βάζανε στα κιούπια μέσα, ντάνα – ντάνα – ντάνα – ντάνα. Τα βούτυρα, τέτοια, κιουπάκια για κάθε μήνα και 4-5 για γιορτές, για απόκριες, δηλαδή 16-18 κιούπια με βούτυρο, με αλάτι. Τις γιαούρτες τις βάζανε σε ασκούς από κάμποτ (καραβόπανο). Από κάτω, όπως είναι το πόδι του ασκού, δενότανε με σπάγγο και στάζαν τα νερά και γινότανε μυζήθρα η γιαούρτη, για να μη ξυνίζει. Φούρνο είχε στο σπίτι, φουρνίζανε, τα γλυκά, τα ψωμιά. Τρείς στέρνες στο σπίτι, με κήπο, το ‘χουνε κάνει μουσείο τώρα. Επήγε η ανηψιά μου η Σουτζόγλου, πήγανε προ εξαετίας και έφερε μια κλάρα ελιάς και λίγο χώμα. Μου λέει, θείε, από την πατρίδα.

Από 4 ετών πήγαινα σε ιδιωτικό σχολείο. Στην πατρίδα είχαμε Δημογεροντία και προήδρευε ο Δεσπότης. Ο πατέρας, έμπορος υφασμάτων. Είχαμε τσιφλίκια που τα δουλεύανε οι Τούρκοι, με συμφωνία μισά-μισά. Δεν λαβαίναμε τα μισά αλλά κάναμε πως δεν ξέραμε.

Αρχές 1917 είχαμε σιτοδεία μεγάλη. Ρύζι δεν υπήρχε. Ήμουν μικρό παιδί, μ’αυτό μου φτιάχναν τροφή, κι ο καμηλιέρης έφερε μια οκά για μια λίρα χρυσή.

Η συνοικία μας ψηλά, οι Τούρκοι χαμηλά. Μια μεγάλη αμμουδιά. Δυο εκκλησιές με τα νεκροταφεία τους και δυο παπάδες. Ο ένας παπάς γέρος, ο άλλος νέος σαρανταπεντάρης, είχε 2-3 παιδιά. Ο ένας πέθανε το 21, ένα χρόνο πριν φύγουμε, και μείναμε με τον άλλον.

Προσφυγιά

Το βράδυ μας μάζεψαν στην εκκλησία. Λέει, οι άνδρες από 48 έως 55 θα μείνουν, τους θέλουν για ομήρους. Οι υπόλοιποι θα φύγουν, να πάμε στην Κύπρο. Κανονίσαμε ένα αδελφό καράβι, σαν το «Ιωάννα» του Βελιώτη (δεν είναι Σπετσιώτης – συνωνυμία) να πάει στην Κύπρο με 75.000 λίρες το πρώτο ταξίδι και προκαταβολή 35.000 λίρες για τους υπόλοιπους. Όχι, δεν ήταν ο Βελιώτης. Ήτανε τούρκικο, όμοιο σκαρί. Το ίδιο είχε αγοράσει στην Ελλάδα ο Βελιώτης.

Είχε γίνει η σφαγή στη Σμύρνη. Ήρθε ένα πολεμικό, αγγλικό ή αμερικανικό δεν ξέρω, μιλούσαν αγγλικά.

Από το κοντρόλ που περνούσε ο κόσμος, έψαχναν οι Τούρκοι, κι αφήναν 80-100 γρόσια, Δυο μεροκάματα περίπου. Ο πατέρας είχε ήδη στείλει ό,τι πολύτιμο είχε στην Κύπρο. Ψάχναν, κρατούσανε χρυσαφικά και λίρες. Η μάνα μου ήθελε να τα κρύψει, ο πατέρας έλεγε όχι. Εκείνη τα έβαλε σε μαξιλάρι και σ’αυτό ακούμπησε το κεφάλι του μικρού αδελφού μου, που είχε μαγουλίτιδα και του βάζανε κατράμι. Έτσι τα γλυτώσαμε.

Η γιαγιά είχε πάθε συμφόρηση και την είχαμε σ’ένα σακί. Οι χωροφύλακες ήταν Τουρκοκρητικοί, σκυλιά. Φωνάζει ένας, «τι την θέλετε τη γριά, πετάξτε την!» Η γιαγιά μου του είπε, «Εσένα μάνα σε γέννησε ή σκύλα;» Και ο αξιωματικός του είπε, «καλά σου λέει η γριά». Κι έτσι μαζεύτηκε και φύγαμε. Σαλπάρισε το καράβι και τα πράγματα μείναν στον μόλο, όλα.

Όταν φύγαμε φορούσαμε φέσια. Τα πετάξαμε στο πολεμικό μέσα. Πάμε στη μάνα Ελλάδα, είπαμε.

Οι πρώτοι που πήγαν στην Κύπρο, επήγαν δίχως αποσκευές, όπως ήταν ντυμένοι, σαν σε λεωφορείο. Είχε φουρτούνα και βροχή. Από την Κύπρο μας πήγαν στην Ρόδο. Ζυγώναν βάρκες με σταφύλια, σύκα, κι όσοι είχαν γρόσια αγοράσανε. Ήμασταν στο πολεμικό. Οι άνδρες δεν μπορούσαν να καπνίσουν γιατί είχε πυρομαχικά. Όταν φύγαμε μετά από την Ρόδο, καμιά ώρα έξω, ήρθε ένα φορτηγό καράβι, κι ο πλοίαρχος ήταν Σπετσιώτης, λεγότανε Παυλίνας. Αυτός μας έφερε στις Σπέτσες. Έπεσε το φορτηγό, δίπλα, βάλανε μια σκάλα, περίπου 3 μέτρα. Τον πατέρα τον πήραν με άλλους να κουβαλήσουν. Του φόρτωσαν ένα βαρύ κι έπαθε κήλη. Κάναμε μιάμιση μέρα περίπου, κι ήρθαμε εδώ.

Το φορτηγό ήταν με κάρβουνο. Ούτε πετρέλαιο, όπως είναι τώρα, ούτε πανιά. Εδώ είχαν κάνει αποκλεισμό οι Γάλλοι διότι δεν ήθελαν τους βασιλόφρονες. Τα καράβια του Πειραιώς με τις Σπέτσες καίγαν καρούμπαλα, από τα πεύκα, κουκουνάρες από τα πεύκα. Ιδίως τα κλειστά έχουνε ρετσίνι πολύ, και σηκώνανε ατμό.

Σπέτσες.

Ήρθαμε νύκτα, είδαμε ηλεκτροφωτισμό. Είχαν προνόμιο οι Σπέτσες, όλα τ’άλλα νησιά ήταν σκοτεινά. Θαυμάζαμε.

Εκαθίσαμε έξω από του Λιμεναρχείου το παράθυρο. Πέρασε ένας κι έδωσε ένα εικοσαράκι τρύπιο – δυο δεκάρες δηλαδή, τις πήρα εγώ – στον αδελφό μου τον μικρό, που ‘ταν στην αγκαλιά. Τις πήρα εγώ και πήγα και πήρα ένα κυδώνι στον πατέρα του Κουκλάκη. Αϊβαλί σημαίνει κυδώνια.

Εδώ είχαν επιτάξει κάποια σπίτια. Στο σπίτι της Μαρούσας καθήσαμε 2 ημέρες. Ήμασταν 30 οικογένειες σ’ένα μεγάλο δωμάτιο. Την τρίτη ημέρα πήγαμε στου Γεωργαντά, ήταν βουλευτής, δίπλα στου Κριεζή. Μετέπειτα, μετά την Κατοχή, έγινε νηπιαγωγείο του Μηνά του Ιατρίδη.

Ήταν ο Γιάννης Περγιαλίτης διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου. Μας πήρε τα 3 αγόρια στου Λέκκα, μας κέρασε υποβρύχιο κι έλεγε «Βενιζέλος καλός, Βενιζέλος πατέρας». Το πρώτο σχολείο που πήγαμε ήταν στο σπίτι του Καλογερά στον Άγιο Λευτέρη. Εκεί ήταν Σπετσιωτόπουλα, ένας Εβραίος κι ένας Αρμένης μαθηταί. Εκεί με βάλανε και διάβασα οι δυό δασκάλες το αλφάβητο το ελληνικό. Με την διαφορά πως το ψωμί το λέγαμε «εκμέκ», το νερό, «σού» (chou). Δεν ήξερα την σημασία των λέξεων, των όσων διάβαζα, και με ρωτήσανε, ποιά τάξη; Ένα, της είπα. Εκάτσαμε καμιά δεκαριά μέρες. Εν τω μεταξύ άδειασε η Καποδιστριακή που είχαν επιτάξει, φύγανε οι οικογένειες, πήγανε σε σπίτια, και ήρθαμε εδώ. Η τρίτη ήταν του Γιαννούκου. Αλλά η δυσκολία μου ήταν τόσο μεγάλη που πήγαινα στο σπίτι και έλεγα στον πατέρα μου, τι λένε αυτά τα γράμματα; Μου τα εξηγούσε στην καθαρεύουσα, ο πατέρας μου, ό,τι διάβαζα. Θυμάμαι, στην τρίτη τάξη, μετά το διάλειμμα, στις δέκα η ώρα, μας λένε θα γράψετε έκθεση πώς περάσατε τα Χριστούγεννα. Του λέω, πώς περάσαμε ξέρω, αλλά πώς τα γράφουμε δεν ξέρω να τα διατυπώσω. Και κάθε Τετάρτη με το διάλειμμα, έπαιρνα την κάπα και έφευγα στο σπίτι. Έβγαλα το Δημοτικό και δεν είχα γράψει ποτέ έκθεση. Μας σηκώνει στον χάρτη, η δασκάλα. Όρη, ποταμοί. Λέω, τι είναι τα όρη, τι είναι οι ποταμοί; Δεν ήξερα την σημασία των λέξεων, δυσκολευόμουνα.

Στην τρίτη τάξη ήμουν οχτώ χρονών, εφτάμιση με οχτώ χρονών, διότι εξήμιση χρονών πήγαινα στην δευτέρα.

(Ρωτώ για τον Εβραίο και τον Αρμένη μαθητή). Ήταν πρόσφυγες, μετά από λίγο φύγανε. Όπως φύγανε, ύστερα από δυο χρόνια, όλοι οι πρόσφυγες, και μείναμε πολύ λίγοι εδώ, και πήγανε στη Νέα Ιωνία, επάνω. Εκεί κάνανε παράγκες με πλίνθους, λάσπη δηλαδή με άχυρο, τενεκέδες, κάτι ρίχνανε από πάνω, πρόχειρα καταλύματα. Και σιγά σιγά, σιγά σιγά. Οι άνδρες δουλεύανε ως εργάτες σε οικοδομές ή ο,τι δήποτε. Τότε δεν υπήρχε οκτάωρο, 10-12 ώρες δουλεύανε. Οι γυναίκες, δουλεύανε στα εργοστάσια. Και σιγά σιγά εφτιάξαν αργαλειά στο σπίτι, κάνανε κάμποτ (καραβόπανο) και πουλούσανε. Και δώσ’ του ένα πάτωμα, δώσ’ του ένα δωμάτιο, και δημιουργηθήκανε, με εργασία πολλή, 16-18 ώρες δουλειά κάνανε, αλλιώς δεν μπορούσαν να δημιουργηθούν. Δεν ξέρω εαν έχεις πάει στη Νέα Ιωνία — έτσι δημιουργηθήκανε. Δουλειά πολλή. Δεν ήτανε μοιρολάτρης κόσμος. Η ανάγκη τους έκανε να φτιάχνουν τη ζωή τους, να καλυτερεύουνε, με εντατική εργασία, κι όλοι σερνικοί και θηλυκοί δουλεύανε.

Νερό.

Τότε είχε μεγάλη λειψυδρία. Λειψυδρία υπήρχε πάντα στο νησί. Ο κόσμος έπινε από πηγάδια νερό. Όπως είναι το πηγάδι που ρίχνουν τον Σταυρό, είχε πολλά πηγάδια. Τουλάχιστον θάτανε 20-25 πηγάδια. Ανοίγαν πηγάδια, το νερό ήταν υφάλμυρο, και όσα πηγάδια ήταν ονομαστά, είχαν νερό φυσικό από μαζώματα, δηλαδή από την βροχή. Ο Κατσανός Δεδέτσινας είχε φούρνο. Πήγαινε στο Διρό, έφευγε με μπουκαδούρα και ερχόταν με τον μαϊστρο από το Ναύπλιο. Γέμιζε στάμνες και τις πουλούσε.

Το 1924 στο ταχυδρομείο δίπλα,  ήταν του Αργύρη, τσαγκαράδικο και ταβέρνα, πατέρας και γιός. Εκεί δούλευε ένας συγγενής μας τσαγκάρης, νέος, 25ρης. Λέει, θείε, δίνεις στον Νίκο να ‘ρθεί το καλοκαίρι να μας κάνει κάνα θέλημα; Είχανε τα σίδερα τα παλιά τότε, που σιδερώνανε με κάρβουνα, ίσιωναν τους πάτους. Από εκεί, με μία στάμνα, φορτωνόμουνα και πήγαινα στου Σγόντζου το εμπορικό απέναντι, στο σπίτι του Αργύρη. Μια στάμνα την ημέρα πήγαινα από την στέρνα του μαγαζιού στο σπίτι. Ήτανε λειψυδρία στο νησί, δεν φτάναν τα νερά. Όσοι είχανε στέρνες βολευόντουσαν.

Το 1918 εδώ ( στις Σπέτσες) είχε γρίππη και πέθαναν 800 άτομα, μαζί και η μητέρα του Κουκλάκη του Τριανταφύλλου. Θέλαμε νερό ζεστό να πλύνουμε την γιαγιά και μας ζητούσαν 25 δραχμές τον τενεκέ. (Ζητώ να εξηγήσει την αγοραστική δύναμη) Το ψωμί είχε 2,5 δραχμές η οκά και 2,5 δραχμές καπνός και τσιγαρόχαρτα. Τσιγάρα δεν υπήρχαν τότε έτοιμα. Η λίρα η χρυσή 57 δραχμές.

Το σπίτι ήταν 5 λίρες. Το επάνω δωμάτιο 6 επί 8 και το άλλο 4 επί 5. Κοριοί πληθώρα. Ρίξαμε καυτό νερό να ψοφήσουν τ’αυγά.

Εργασία του πατέρα.

Δεν είχε δουλειά εδώ. Ο πατέρας πηγαίνει στο Λαύριο κι ανοίγει φούρνο και μπακάλικο, με σκοπό να πάμε όλοι. Ανοίγει επ’ ονόματί του, τις σφραγίδες δηλαδή τις έχω, ένα κουτί σφραγίδες, όλα. Άφηκε τον συνέταιρο ο οποίος είχε έναν ανηψιό και επειδή ήξερε την γλώσσα, τον βάλανε μέσα να κάνει κουμάντο. Εν τω μεταξύ, ο πατέρας πήγε πάλι στην Κύπρο, είχανε 38 ημέρες καραντίνα στο καράβι γιατί είχε πιάσει τύφος, και καθυστέρησε. Αυτός που είχε βάλει για συνέταιρο, ήρθε στις Σπέτσες. Του λέει η μητέρα, τι ήρθες να κάνεις; Ήρθα να ξεκουραστώ, είπε, πάνε καλά οι δουλειές. Τι είχε κάνει — αυτός, βέβαια, συνεννοημένος με τον ανηψιό, πουλήσαν όλα, εισπράξαν ό,τι ήτανε. Παίρναν από τον αλευρόμυλο 100 σακιά, χρεωμένα στο όνομα του πατέρα, κι όταν επήγε ο πατέρας επάνω τον βουτήξαν — είχαν σφραγίσει το μαγαζί. Και πλήρωσε όλα τα σπασμένα επί πλέον.

Μετά άνοιξε εμπορικό και μπακάλικο στου Μουστακαλή (;) το σπίτι από κάτω. Μετά από δυόμιση χρόνια, άλλο. Μετά ένα νέο στου Σωκράτη του Σγόντζου από κάτω.

Στη βιοπάλη.

Ο αδελφός μου ο Παρασκευάς δούλευε εδώ, που είναι του Ρούσου το εστιατόριο, ήτανε τσαγκαράδικο, ένας Μαρματσούρης και τον έπαιρνε στην Αγιά Παρασκευή, Ιούλιος μήνας. Μου έλεγε πως εκεί είχε σπίτια, ταβέρνες, φώτα, πράματα. Στης Αγίας Παρασκευής την παραμονή του κουβάλησε πράγματα στην βάρκα, στου Κλήμη από κάτω, στις σκάλες. Έλεγα και γω, θα με πάρει στην Αγία Παρασκευή, να δώ και γω την πολιτεία.

Μου λέει, πόσες ημέρες έχεις, του λέω 38 ημέρες στο μαγαζί. Και μου ‘δωσε τριανταεφτάμιση δραχμές. Το πενηντάρι, του Πρωτοπαπαδάκη δάνειο 25%, το καπιτάλι ήτανε 85, το πενηντάρι ήταν τριαναεφτάμιση, και μούδωσε τριανταεφτάμιση δραχμές, το πρώτο μεροκάματο που πήρα στη ζωή μου. Πήγα στου Μαυρίκη την ταβέρνα, κι αυτός με το καϊκι με τα πανιά, έφερνε καρπούζια, το ‘να τ’ άλλο, και πήγα και πήρα ένα καρπούζι. Με τα λεφτά μου. Έδωσα 13 δραχμές, το φορτώθηκα. Έτσι πήγα, δέκα-δώδεκα οκάδες καρπούζι είναι, το μακρόστενο, χτυπούσε ο ήλιος στην ανηφόρα, ιδρωμένος. Εν τω μεταξύ είχαμε αλλάξει σπίτι και πήγαμε προς τους Αγίους Πάντες. «Μάναα, καλέ Μάνα!». Το θυμάμαι τα κλάματα που έκανε η μάνα. Με φίλησε. Λέω, «με τα λεφτά τα δικά μου που δούλεψα!» Λέω, «πάρε και τα ρέστα». (τον ρωτάω, πόσο χρονών;). Ήμουνα, το ‘24, εφτάμιση-οχτώ χρονών.

Έβγαλα το Σχολαρχείο. Πατέρα θέλω να γίνω αξιωματικός. Γιατί θέλεις; Να πάω να πολεμήσω τους Τούρκους. Η Σχολή δεν δούλευε και για να πάω στον Πειραιά, στοίχιζε πολλά λεφτά. Τι να κάνω; Φωτογράφος; Κουρέας;

Ο Οικονόμου είχε κουρείο εκεί που είναι τώρα η Άλφα Τράπεζα. Στέκομαι μπροστά στο κουρείο και βλέπω το παιδί να απλώνει το χέρι για να του δώσει κάτι ο πελάτης. Ζητιάνος είμαι, να κάνω έτσι το χέρι; Λέω, δεν πάω. Μέσα στο κουρείο είχαν μια μεγάλη εικόνα με την ναυμαχία της Έλλης. Κυττούσα κι ήθελα να γίνω αξιωματικός.

Ερχόταν ένα καράβι από το Ναύπλιο, το Λεωνίδιο, το Διρό κι έφερνε ζαρζαβατικά σε κόφες μεγάλες.

Την άλλη μέρα πάει ο θείος μου ο Σουτζόγλου και με πήγε στον Κατσικόπουλο. Έπιασα δουλειά στις 17 Αυγούστου το 1929, ήμουν 13 χρονών. Την πρώτη δραχμή την πήρα από τον Βασίλη τον λιμενάρχη, τον μπάρμπα του Τάκη του Σούλια. Τον λέγαν λιμενάρχη, διότι κατέβαινε και περίμενε να δει τα πλοία. Αυτός που πνίγηκε. Πήρα 7 δραχμές από ξεσκονίσματα και ευχαριστήθηκα. Ο κουρέας έκανε οντουλασιόν με τσιμπιδάκι που το ζέσταινε στο καμινέτο (πηγαίναν γυναίκες; ρωτώ) Όχι, στους άνδρες. Το Σαββάτο πήρα 105 δραχμές.

Με τα λεφτά που μάζευα, πήγαινα στου Πασαμήτρου και ψώνιζα τα εργαλεία. Έβλεπα τον κουρέα πώς δούλευε κι έγινα τεχνίτης κι εγώ. Ας είναι καλά ο πατέρας και τ’αδέλφια μου, που τους κούρευα για να μάθω. Το αφεντικό έπαιζε χαρτιά στου Ρούσου. Ήμουνα καλφαδάκι τότε (μαθητευόμενος τεχνίτης). Στο μαγαζί ήταν ένας, που μετέπειτα έγινε καλόγηρος Παλαιοημερολογίτης.

Τότε είχαν κουρείο ο Ανάργυρος Καρδάσης με τον Βουδουράκη. Μου λέγανε να πάω να δουλέψω κοντά τους υπάλληλος. Εγώ ήθελα να γίνω συνεταίρος κι εκείνοι έλεγαν, έλα πρώτα υπάλληλος και θα δούμε μετά. Αλλά ήθελα να γίνω κι εγώ καταστηματάρχης.

Ο Κατσικόπουλος δεν είχε πολλούς πελάτες γιατί τσακωνόταν. Ήθελε να γίνει εισπράκτορας στον Ηλεκτρικό. Ήταν Μπουμπουλικός κι ο Περικλής ο Μπούμπουλης (βουλευτής) τον έβαλε για δοκιμή. Δεν μπορούσε να κρατήσει το κουρείο και τότε ο Πετρακόπουλος (ο υπάλληλος), μετέπειτα Ρασπουτίν, πήγε κι άνοιξε κουρείο στην Κουνουπίτσα. Στου Πέντε, 1-2 σπίτια μετά του Τσουλουχόπουλου. Εκεί κάναμε 48 χιλιάδες είσπραξη, οι 35 δικές μου. Στις 28 Νοεμβρίου 1933 πήρα δικό μου το κουρείο. Ήταν στου Πέντε το σπίτι από κάτω. Μου είπαν τότε ο Καρδάσης κι ο Βουδουράκης να έρθω συνεταίρος. «Πέταξε το πουλί» τους λέω.

Παντρεύτηκα το 1951. Τρία παιδιά. Την Πελαγία, σύζυγο Τσακούμη. Τον Δημήτρη. Την Άννα, σύζυγο Βαγγέλη Νικολαϊδη.

Το μαγαζί, μπήκα το 1959. Πήρα το οικόπεδο το ’56 και το’χτισα. Το κουρείο το είχα για εισπράξεις. Είχα διάφορα είδη, γενικό εμπόριο: σιδερικά, οικιακά, χρώματα, τζάμια. Και ψαρικά. Αυτή η δουλειά μου αρέσει. Πώς τα ‘βρισκα όλα τα είδη, τις τιμές, τις θέσεις!

Αντιμετώπιση.

Ποτέ δεν μας χώνεψαν εδώ. Τουρκομερίτες. Ήμασταν πιο εργατικοί. Ήταν κι άλλοι. Από τα Σπάρτα ο Καλευρόσογλου κι ο Ιατρίδης. Οι τσαγκάρηδες δουλεύαν όλη μέρα κι όταν έγινε ο νόμος του Μεταξά για το οχτάωρο (’36-’37), ο αστυνόμος, έσχιζε τις κλήσεις. Έλεγε «μακάρι όλοι να’ ναι τόσο εργατικοί».

Αποζημιώσεις.

Το 1924 έγινε απογραφή για την αποζημίωση των προσφύγων. Ο καθένας τι είχε βάσει των χαρτιών, και ο καθένας ήξερε ο άλλος τι περιουσία είχε, για αποζημίωση. Ήτανε η γιαγιά μου, της μητέρας μου η μάνα, είχε και το μερίδιό της κι αυτή, είχανε τσιφλίκια, κι αυτός είχε τρικάταρτα τρία και κάνανε Οδησσό, Τουρκία, Αλεξάνδρεια — ήταν εφοπλιστής δηλαδή. Είχε και κτήματα. Τα παιδιά του ήρθαν εδώ, τα δύο παιδιά, όπως ήτανε. Θεοδοσίου λεγόντουσαν. Είχε 4 παιδιά. Ο ένας ο μικρότερος, ο Αργύρης, στρατιώτης Τούρκος — τον είχανε πάρει στρατιώτη — σκοτώθηκε στην Καλλίπολη με τον βομβαρδισμό των Άγγλων.

Απο την αποζημίωση, όσοι είχανε μεγάλη περιουσία, τους δίνανε 25 τοις εκατό, το 75 διεγράφετο. Από το 25 τοις εκατό, άλλη κλεψιά της Εθνικής Τράπεζας, επήρε 25% δάνειο η Εθνική Τράπεζα, για να τα δώσει ύστερα από 3-4 χρόνια. Το οποίο δεν έδωσε, διεγράφησαν. Το 1932-33 σε εκλογές είπε ο Βενιζέλος θα λάβετε από την Εθνική Τράπεζα το δάνειο 25%. Και λέει ο Τσαλδάρης από που θα το δώσουμε, αφού δεν υπάρχει φράγκο. Κι έτσι τα ‘φαγε η Εθνική Τράπεζα. (Εδώ ανοίγει μια παρένθεση και μιλά για πιο πρόσφατα δάνεια της Εθνικής, που που από 17,5 εκ δραχμές μέσα σε 4 χρόνια έγιναν 48, με 28% τόκους υπερημερίας. Υποθήκη ξενοδοχείο, σπίτι, μαγαζί. «Όταν ακούω πως λήστεψαν τράπεζα, λέω πως ληστέψαν τον αρχιληστή». Κατόπιν συνεχίζει το θέμα των αποζημιώσεων.) Από όλο το ποσό του 25% συν 25 του δανείου, 17 τα εκατό,  επήρε ο πατέρας 1600 ομολογίες των χιλίων δραχμών, δηλαδή ένα εκατομμύριο εξακόσιες χιλιάδες δραχμές της εποχής. Οι οποίες ομολογίες τελικά πέσανε στις 300 δραχμές το 1926-27. Επρόλαβε και αγόρασε αυτό το σπίτι ο πατέρας. Ήταν η περιουσία δηλαδή, που εγκαταλείψαμε, γύρω στις 350,000 λίρες τούρκικες, χρυσές, και το μόνο που εισέπραξε, δηλαδή το 17%, από τα 25 δηλαδή το 1/4, ένα επτακόσια. Κατ’ ουσίαν δηλαδή, βγήκαν άχρηστα, μείνανε 600-700 χιλιάδες. Το σπίτι το αγόρασε 55,000 δραχμές και έβαλε άλλες 35-38,000 δραχμές για να φτιάξει το ταβάνι, πατώματα, το ένα, το άλλο. Ήτανε ερείπιο, από έναν ναυτικό, του 1828 κατασκευή.

Κατοχή.

Εκεί που ένα φόρτωμα ξύλα ήταν με 3 ξυρίσματα, μου ζητά 25. Βρήκα μια βάρκα παλιά και με αυτή πήγαινα στον Άγιο Αιμιλιανό. Ο αδελφός μου έκοβε κι εγώ κουβαλούσα. Ξεφορτώναμε στου Μωραϊτη στα ευκάλυπτα. Ταυτόχρονα είχα το κουρείο. Είχαμε ψάρια πολλά και χόρτα πολλά. Δεν πεινάσαμε. Οι Ιταλοί πληρώνανε με κονσέρβες, λάδια. Οι γυναίκες πηγαίναν στην Κόστα και φέρναν τσουβάλια χόρτα. Στου Λέκκα αλέθαμε το στάρι. Είχε και γάλα στου Βρέλλου, γύρω στα 500 γίδια από την Τσακωνιά. Οι Ιταλοί είχαν στου Ρουμάνη την Φινάντσα. Οι γάτες είχαν χαθεί, τις τρώγαν για μεζέ. Οι βόρειοι τρώνε γάτες και τα βατράχια. Οι νότιοι όχι, τους κοροϊδεύαν «νιάου-νιάου». Αυτοί στο παρατηρητήριο ήταν αντιφασίστες. Οι κάτω φασίστες. Όταν έπεσε ο Μουσολίνι, γλεντούσαν Έλληνες και Ιταλοί. Οι άλλοι κρυβόντουσαν.

Από το 1934 ερχόταν ένας ξένος κακομοίρης, ο Αιμίλιος, Αυστριακός. Εδούλευε στο Χέλι στου Τσαμαδού, από την Αίγυπτο, ως μηχανικός και καπετάνιος στο σκάφος του. Εγύριζε παντού με το κανώ του. Μια μέρα τον βλέπω να ρίχνει και να μετρά το βάθος. Ήταν η πέμπτη φάλαγγα, έκανε βυθομετρήσεις σε όλη την Πελοπόννησο. Για τα υποβρύχια, τα είχε κανονίσει όλα. Το 1943 έρχεται στις Σπέτσες, ντυμένος ανθυποπλοίαρχος. Έκανε πως δεν με γνώριζε.

Πολιτική.

Οι πρόσφυγες ψηφίζαμε στο Ναύπλιο ως αλλοδαποί. Μετά ψηφίζαμε στις Σπέτσες. Τον πατέρα μου το είχαν πάντα ως αλλοδαπό. Βγάζαν 2 βουλευτές οι Σπέτσες, 3 η Ύδρα, έναν τα Ψαρά. Ο γαμπρός του Σουτζόγλου ήταν Μπουμπουλικός, δηλαδή με το Λαϊκό. Ο Χατζηγιάννης ο φούρναρης (Κουνουπίτσα) ήταν Βενιζελικός. Στο σπίτι του Μπούμπουλη τρώγαν και πίνανε φαγιά, μακαρονάδες, κρέατα. Τους έφτιαχνε καφέ. Βάλε μια οκά καφέ, βάλτε δυο οκάδες ζάχαγη τους έλεγε. Μιλούσε με το «γω». Οι τρατάρηδες λέγανε τόσους άνδρες έχω, 100 ψήφους 100 χιλιάρικα. Ήτανε συντεχνίες. Λ.χ. των γεωργών, ερχόταν ο Θυμαράς, ο πατέρας του Γιώργου του Δημάρχου. Φέρναν ψηφοφόρους. «Το χιλιάρικο και μαύρο και παπόρι δίχως ναύλο». Παίρναν από τον Πετσάλη το χιλιάρικο και τον μαυρίζαν, ψήφιζαν τον Μπούμπουλη.

Τα δυο αδέλφια μου άνοιξαν ένα τσαγκαράδικο απέναντι από το μπακάλικο του Μπρατόπουλου. Κάθε 30-40 ημέρες φέρνανε δέρματα με το καράβι του Πετσάλη, τον «Κεραυνό», όπου λοστρόμος ήταν ο Βασίλης ο Ροφός. Τσακωνόταν με τον αδελφό του τον Νίκο, μπουμπουλικό. Ο Νίκος τον έβριζε διότι έτρωγε ψωμί και ήταν βενιζελικός. Από μια μάνα γεννήθηκαν και τους χωρίζει η πολιτική – έτσι σιχάθηκα τα πολιτικά.

—————–

Advertisements