Οι Σπέτσες του 1877

Ο Αναστάσιος Ορλάνδος εξέδωσε το βιβλίο «Περί της νήσου Πέτσας ή Σπετσών» το 1877.  Εκδότης, ο Νικόλαος Ρουσόπουλος, στην οδό Νοταρά, στον Πειραιά.  Στο τέλος του βιβλίου, έχει τον «Κατάλογο των κυρίων συνδρομητών». Γινόταν δηλαδή προεγγραφή στην έκδοση. Οι συνδρομητές είναι απο τις εξής περιοχές: Αθηνών και Πειραιώς, Αγρινίου, Άστρους, Σπετσών, Σύρου και Πόρου.

Το βιβλίο επανεκδόθηκε απο το βιβλιοπωλείο του Νότη Καραβία. Ο κατάλογος είναι στο http://www.karaviasbooks.gr/ και η διεύθυνση, Ασκληπιού 35, 106 80, Αθήνα, ΤΗΛ./FAX.: 210 3620465.

Παραθέτω κάποια αποσπάσματα. Ελπίζω να βρω το χρόνο να τα συνδέσω με τα γεγονότα της εποχής. Ευπρόσδεκτη κάθε ιδέα και σχόλιο.

σελ. 30, Τουρκαλβανοί
σελ. 49, στρατολόγηση – διοίκηση
σελ. 52, εισόδημα
σελ. 56, χαρακτήρας
σελ. 59, γυναίκες

——————————————

σελ.30, Τουρκαλβανοί

(…) αλλά μετά την εν Πελοποννήσω απόσβεσιν της επαναστάσεως εκείνης, ήτοι κατά το 1769, σμήνος Τουρκαλβανών εκ Ναυπλίου, αποβιβασθέν επί της νήσου των Σπετσών, το μεν πολίχνιον αυτής κατέστρεψαν αύθις εκ θεμελίων, πλην της παλαιάς της κοινότητος εκκλησίας, ην βεβηλώσαντες επειράθησαν να πυρπολήσωσι, κατά τα σωζόμενα μέχρι τούδε του πυρός ίχνη, ηχμαλώτισαν δε και εξηνδραπόδισαν όσους εκ των κατοίκων συνέλαβον. Γυναίκες εκτουρκισθείσαι και συγχωνευθείσαι έκτοτε εν τοις γυναικωνίταις των τα πρώτα φερόντων εν Ναυπλίω Οθωμανών και άνδρες γινώσκοντες και την εκ Σπετσών καταγωγήν των και τους συγγενείς των, έζων μέχρι και αυτών των πρώτων ετών της Ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Όσοι δ’ εξ αυτών εσώθησαν εκ της σφαγής και της αιχμαλωσίας, κατέφυγον με τα πλοία των εις Κύθηρα, εις Ύδραν και εις άλλα της Πελοποννήσου κρησφύγετα· άλλοι δε μη δυνηθέντες να επλεύσωσι παραχρήμα, εκρύβησαν όπου έκαστος ηδυνήθη επί της νήσου, καταφύτου ούσης, οι πλείστοι δε εις το, περί ου και εν τοις προηγουμένοις εποιησάμεθα λόγον, ευρύχωρον σπήλαιον της νήσου του Μπεκύρη καλούμενον. Φεύγουσαι ίνα καταφύγωσιν εντός του σπηλαίου τούτου πολλαί γυναίκες και άνδρες, εγκατέλιπον καθ’ οδόν εις την διάκρισιν των ασπλάγχνων εχθρών τα νήπια τέκνα των, όπως μη, κλαίοντα ταύτα, προσκαλέσωσι διά των φωνών των την προσοχήν των εχθρών προς το μέρος εκείνο του σπηλαίου και φωραθώσιν ότι εντός αυτού κατέφυγον. Πολλοί δ’ άλλοι των κατοίκων, μη προφθάσαντες να καταφύγωσιν εις το σπήλαιον, εκρύβησαν εις διάφορα άλλα δυσπρόσιτα και πυκνόφυτα της νήσου μέρη· αλλ’ εκ τούτων ανακαλύψαντες οι εχθροί πολλούς εκ των φωνών των νηπίων, εξ ων πολλά έπνιγον και αυτοί οι ίδιοι γονείς, και εκ του μηχανεύματος όπερ μετεχειρίσθησαν οι παμπόνηροι Τουρκαλβανοί φωνάζοντες χριστιανικά ονόματα, οτέ μεν ως άνδρες, οτέ δε ως γυναίκες και προσκαλούντες τους κατοίκους να εξέλθωσιν από τα κρησφύγετα αυτών, ως απελθόντων δήθεν των εχθρών, τους μεν άρρενας έσφαζον ανηλεώς τας δε γυναίκας ηχμαλώτιζον.

σελ.49, στρατολόγηση

Ως αν μη ήρκουν δε ταύτα πάντα εις την κατάπτωσιν του τόπου τούτου, επιπροσετέθη αυτώ και έτερον μέγιστον κακόν, η ένεκα του απογραφικού νόμου εκπάτρισις πλέον των 250 νέων από ηλικίας 18-24 ετών, οίτινες φεύγοντες την ως εκ της κληρώσεως άδικον εγγραφήν αυτών ως ναυτίλων, εν τη πολεμική ναυτική υπηρεσία, και τοι όντων ναυτών εμπείρων, μετέπεσαν εις την ξένην επί ξένων πλοίων ναυτολογούμενοι, διαπλέοντες δε πάντοτε τον Ωκεανόν μεταξύ του παλαιού και νέου κόσμου και εις τα γόητρα των εν τη εσπερία μεγάλων πόλεων εμπεσόντες, ου μόνον τον τόπον εζημίωσαν κατά τον πληθυσμόν, αλλά φευ! ελησμόνησαν δια παντός και πατρίδα και μητέρας και πατέρας και αδελφάς αγάμους και παν ό,τι πρότερον υπήρχεν αυτοίς εν τω κόσμω τούτω ιερώτερον και οσιώτερον.

σελ.49, διοίκηση

Περί της διοικήσεως των Σπετσών.

Αι Σπέτσαι και προ της καταστροφής του 1769 και μετ’ αυτήν εδιοικούντο υπό δημοκρατικόν μεν τύπον, ολιγαρχικώς όμως· οι μεν άριστοι, οίτινες και προύχοντες και πρόκριτοι και οικοκυραίοι αδιαφόρως επεκαλούντο, συνεσκέπτοντο και συναπεφάσιζον περί των κοινή συμφερόντων τη πόλει, άριστος δ’ εγίγνετο πας πολίτης, ον ο κερδώος Ερμής ήθελεν αναδείξει πλούσιον, και ο τοιούτος αυτοδικαίως εισήρχετο εις την χορείαν των προκρίτων, ων ο αριθμός ήτον απεριόριστος. Έπαυε δε του είναι άριστος, άμα ως ο πλούτος κατέλιπεν αυτόν.

(…) Τα εισοδήματα του κοινού προ του 1800, επεριορίζοντο εις τα τελωνιακά τέλη, άτινα δεν υπερέβαινον τα 2 ½ τοις 100 επί της αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων και εις φόρον τινα πληρωνόμενον ετησίως ανά τρία τουρκικά γρόσια παρ’ εκάστης οικογενείας. Εκ των εισοδημάτων δε τούτων εμισθούντο οι κατ’ έτος εις Κωνσταντινούπολιν αποστελλόμενοι 60-80 ναύται, οίτινες απετέλουν πάντοτε μέρος του πληρώματος της οθωμανικής ναυαρχίδος. Οσάκις δε εζητούντο πλειότεροι ναύται δι’ εκτάκτους ανάγκας του ναυστάθμου, τα περιπλέον ταύτα έξοδα ήσαν εις βάρος της τουρκικής κυβερνήσεως· αλλά προς αποφυγήν της εκ της υπηρεσίας ταύτης εν τω ναυστάθμω και τοις οθωμανικοίς πλοίοις μεγάλης των ναυτών διαφθοράς και κακοηθείας, ήτις κίνδυνος ήτο μήποτε διαδοθή εις πάντας της νήσου τους ναύτας, και των επιπολαζουσών μεταξύ των τουρκικών πληρωμάτων λοιμωδών νόσων, επέτυχεν ευτυχώς το κοινόν των Σπετσών μετά τα πρώτα έτη του παρόντος αιώνος, να μη πέμπη πλέον νεοσυλλέκτους αλλά να πληρώνη εις την Πύλην αντ’ αυτών ετήσιόν τι χρηματικόν ποσόν.

σελ.52, εισόδημα

(…) δι’ αυτού εκανονίζετο προσέτι, ώστε πέντε τοις 100 εκ των κερδών εκάστου πλοίου, να δίδωνται εις το ταμείον της κοινότητος, όπως χρησιμεύσωσιν εις πάσαν ανάγκην του τόπου· η απόφασις αυτή ήτον αξία ανδρών εντίμων και φιλοπόλιδων και διετηρήθη το μέτρον τούτο μέχρι της επαναστάσεως, διό και ικανή ποσότης ισπανικών διστήλων απετέλη το ταμείον της κοινότητος· αλλά τα χρήματα ταύτα τα διά τοσούτον κινδύνων και κόπων αποκτώμενα, αντί να εδαπανώντο εις καλλωπισμόν της πόλεως, εις βελτίωσιν και καθαρισμόν του λιμένος, εις αύξησιν των υδάτων, ων ο τόπος λαμβάνει μεγίστην ανάγκην πολλάκις, εις εκπαιδευτικά καταστήματα και εις άλλους αγαθοεργούς σκοπούς, ως νοσοκομεία, γηροκομεία και άλλα παρόμοια, εχρησίμευον δυστυχώς, προς κόρεσιν πολιτικών παθών και προς διαφθοράν του απλοϊκού ήθους των κατοίκων, εις τους κατέχοντας τα πρωτεία εν τω τόπω.

σελ.56, χαρακτήρας

Χαρακτήρ του Σπετσιωτικού λαού.

Εν γένει ο Σπετσιωτικός λαός υπήρξε πάντοτε ευάγωγος, όσον δε ο χαρακτήρ αυτού είναι αρειμάνιος και ορμητικός όταν ερεθίζηται, τοσούτον μη υποκινούμενος, είναι φιλήσυχος και φιλόνομος. Πολλάκις ηκούσαμεν τους ενταύθα Πταισματοδίκας παραπονουμένους δήθεν διά το φιλήσυχον των πολιτών, μη ερχομένων εις διαπληκτισμούς και αικείας, όπως παράσχωσιν αυτοίς δικαστικάς εργασίας. Οι Σπετσιώται εισίν υπερήφανοι και εγωισταί, ως έχοντες πεποίθησίν τινα εις

εαυτούς· εισί δε και ευερέθιστοι και οργίλοι, ουχί εκ φύσεως, αλλ’ ως εκ του ναυτικού αυτών επαγγέλματος. Παλαίοντες καθ’ εκάστην με τα στοιχεία του Ουρανού και της Γης, καθίστανται ανεπαισθήτως, αλλ’ εξ ανάγκης, οργίλοι, ως παλαισταί μεταξύ των. Οι γνήσιοι Σπετσιώται εισί τίμιοι εν ταις συναλλαγαίς αυτών και τηρούσι τον λόγον της τιμής των ιπποτικώς, ως έπραττον τούτο και οι πατέρες των· απόδειξις δε τούτου το ότι μόλις επ’ εσχάτων των χρόνων, ότε συνεσωρεύθησαν εν Σπέτσαις πληθύς, άλλων μερών άνθρωποι, ήρχισεν η χρήσις των αποδείξεων, των ομολόγων και των συμβολαίων εν ταις συναλλαγαίς. Προ του χρόνου όμως τούτο εθεωρείτο υπό των Σπετσιωτών μεγίστη προσβολή η αίτησις αποδείξεων εν ταις συναλλαγαίς, ταις δοσοληψίαις, ή εν τοις δανείοις· επροτίμων, να στερηθώσι των πλεονεκτημάτων επωφελούς τινος δανείου, ή να υπογράψωσιν ομόλογον, όπερ εθεώρουν ως ατιμωτικόν. Το ίδιον εκάστου κατάστιχον, εν ω έγραφέ τις τα προς άλλους διδόμενα, ή παρ’ άλλων λαμβανόμενα χρήματα, οιασδήποτε φύσεως ή ποσού αν ήσαν ήτο το μόνον πειστικόν και αποδεικτικόν μέσον, διό και εν πάσι τυχόν διαφωνία εν ταις μεταξύ δοσοληψίαις, ο πρώτος και ισχυρώτερος προς απόδειξιν λόγος ήτο “Φέρε το κατάστοιχόν σου”. Μετά δε την, ως είρηται, συσώρευσιν νεωτέρων εποίκων, εισεχώρησεν η κακή πίστις, ήρχισε η δυσπιστία και η χρήσις των ομολόγων, εξ ων πολλά και τοι εξοφλούμενα, έμενον εις χείρας πολλάκις πονηρών τινων δανειστών ως ανεξόφλητα δήθεν, διότι οι εκδόται αυτών ουδέν υποπτεύοντες, αλλ’ εκ της καλής πίστεως, εμφορούμενοι επανεπαύοντο μετά την εξόφλησιν του είτε εγγράφου, είτε άγραφου χρέους αυτών, εις το σύνηθες αυτοίς αρχαιότερον. “σβύσέ τα εις το κατάστοιχόν σου” ή “σχίσον το ομόλογον” νομίζοντες οι αγαθοί ότι ο ομολογιούχος, ή ο κακής πίστεως δανειστής ήθελε πράγματι εξαφανίσει το εν χερσίν αυτού έγγραφον, ή ήθελεν εξοφλήσει το δάνειονεις το κατάστιχόν του. Πολλαί μάλιστα τοιαύτης φύσεως απαιτήσεις ανεφάνησαν μετά την των Δικαστηρίων αποκατάστασιν, τινές δε και μετά τον θάνατον των πρώτων προσώπων.

Όσον απέφευγον τα δικαστήρια οι Σπετσιώται κατ’ αρχάς, φοβούμενοι τα κακά των δικαστικών διενέξεων, τοσούτον περιεπλέχθησαν ακολούθως εις τας δολοπλοκίας των πλημμυρισάντων την νήσον δικολάβων· άμα ως εγεύθησαν όμως του καρπού του γνώναι τα ολέθρια αποτελέσματα της φιλοδικίας, φοβούνται αυτάς, ως μίασμα καταστρεπτικόν. Ευτυχώς έπαυσαν ήδη τα εις Σπέτσας συνεχή ταξείδια των εν Ναυπλίω δικηγόρων, αλλά δυστυχώς έπαυσε και η εξερεθίζουσα αυτούς κνίσσα.

Ανελπίστως, διά λαόν τοσούτον υπερήφανον, η κατά τας Βουλευτικάς και Δημοτικάς εκλογάς δωροδοκία. εγένετο τρόποντινα έξις εις τον λαόν των Σπετσών. Το κακόν όμως τούτο αποδοτέον μάλλον εις τους δεκάζοντας, ή εις τους δωροδοκουμένους. Αλλά της αναπτύξεως του αισχρού τούτου της διαφθοράς των συνειδήσεων μέσου, παραιτούμεθα, ασύμφορον κρίνοντες την αποκάλυψιν σύγχρονων ασχημιών. Είναι δε αληθές ότι, ενώ το μίασμα τούτο της δωροδοκίας έλαβε γέννεσιν κατ’ αρχάς παρά τω τελευταίω στρώματι της κοινωνίας των Σπετσών, όπερ και πτωχότατον και άμοιρον διανοητικής ικανότητος τυγχάνει, μετεδόθη κατόπιν και εις την τάξιν των τε ναυτών και των βιομηχάνων, μη δυνηθέντων επί τέλους ν’ αντιστώσιν εις το προσφερόμενον αυτοίς δέλεαρ των 40-50 ταλλήρων, των διδομένων αυτοίς προς εξαγοράν μιας μόνης ψήφου κατά τας πρώτας εκλογάς.

(…) Οι Σπετσιώται εισί φιλοπάτριδες λίαν ως τούτο απεδείχθη εν πολλαίς περιστάσεσιν· εισί δε πείσμονες οπωσούν ένεκα του ναυτικού χαρακτήρος των και σοβαροί εις το εξωτερικόν των, αλλ’ εισίν ενταυτώ και γενναίοι προς τους δυστυχήσαντας εχθρούς των, και πολύ ολιγώτερον άλλων λαών μνησίκακοι· απόδειξις δε της αμνησικακίας των, αυτή η εν τη αλλοδαπή εύκολος συμφιλίωσις αυτών μετά των εν τη ιδία πατρίδι θεωρουμένων ως ασπόνδων εχθρών, είτε εγχωρίων, είτε μη τοιούτων. Εισί δε και καθ’ υπερβολήν φιλόκαλοι και καθαροί και απόδειξις η κομψή ενδυμασία των τε ανδρών και των γυναικών και η κατ’ οίκον τηρουμένη άκρα καθαριότης.

σελ.59, γυναίκες

Εις άκρον ζηλωταί των χρηστών ηθών οι Σπετσιώται, προ μεν της επαναστάσεως ήσαν αυστηροί μέχρι ζηλοτυπίας (τηρούντες ούτω μετά θρησκευτικής ευλαβείαςτα πάτρια ήθη) ως προς τας σχέσεις των συζύγων και των θυγατέρων αυτών μετά των μη συγγενών. Ουδ’ επετρέπετο αυταίς το συνομιλείν μετά ξένων αγνώστων, εξαιρέσει των οίκαδε φιλοξενουμένων και μετ’ επιφυλάξεως. Το σύστημα τούτο ήτον άλλως τε γενικόν καθ’ άπασαν την Ελλάδα, μετά πλείονος μάλιστα επιτάσεως εν Πελοποννήσω και τη Στερρεά, όπου συνέζων εν ταις αυταίς πόλεσι Χριστιανοί και Τούρκοι, διότι εν αυταίς ήσαν υποχρεωμέναι και των χριστιανών αι γυναίκες να ζώσιν εν μεγάλω περιορισμώ κατ’ ολίγον διαφέροντι του των Οθωμανίδων. Μετά την επανάστασιν όμως αι γυναίκες απέκτησαν και εν Σπέτσαις όλην την ελευθερίαν εκείνην, ην ο πεπολιτισμένος κόσμος παρεδέχθη διά το ήμισυ τούτο μέρος της ανθρωπότητος και ης μόνον έχουσιν ανάγκην αι γυναίκες, όπως διανύσωσι το εν τω βίω του κόσμου τούτου στάδιον αυτών, πλην ελευθεροτυπιών τινων, ων ουδεμίαν αληθή ανάγκην έχουσιν αι γυναίκες, καλυφθεισών μεν ευφήμως εν ταις μεγάλαις πόλεσι με το όνομα του πολιτισμού, αναγομένων όμως εις την τάξιν της κακοηθείας μάλλον, ως τεινουσών, ουδέν ήττον, η εις την εξαχρείωσιν του ευγενούς τούτου πλάσματος, του οποίου άλλως τε ο αδύνατος χαρακτήρ, ή η άκρα ευαισθησία, ως άλλοι αρέσκονται να την ονομάζωσιν, είναι γνωστός και εις αυτάς τας ιδίας γυναίκας.(1)

—————————

(1) Η γυνή είναι ον ασθενές, ευπαθές, ετοιμόδακρυ, ον όπερ ο ανήρ οφείλει να περιποιήται, να υπηρετή, να βοηθή, να περιβάλλη, δια των εαυτού φροντίδων, ούτινος οφείλη να στερεοποιή τον χαρακτήρα, να διαπλάττη το πνεύμα και ανυψών αυτήν εις την γνώσιν των ιερών της οικογενείας καθηκόντων να την μυσταγωγή επί τέλους εις τον μοναδικόν αυτής εν τω βίω προορισμόν, όστις είναι ο της συζύγου και της μητρός, (Michelet) “Εστίας” αρ. 49.


Advertisements