3.Τσαγγάρης και φωτογράφος

Σόλες απο γαϊδουροτόμαρο

(Δείτε και τις άλλες 6 αφηγήσεις του Στέφου Αλεξανδρίδη στη σειρά «Ο Στέφος και η εποχή του»)

Μεγάλη οικογένεια, φτώχεια, ήμουν ο πιο μεγάλος, 15 χρονών, έπρεπε κάτι να προσφέρω κι εγώ. Έτσι ο πατέρας μου με πήγε στον Πέτρο Καλευρόσογλου που ήταν τσαγγάρης Μικρασιάτης, είχε και βοηθό τον αδελφό του τον Κλήμη που έφτιαξε μετέπειτα το ζαχαροπλαστείο, και με βάζει εκεί. Μαζί ήταν και ο μπαρμπα Γιάννης ο πατέρας του. Το τσαγγαράδικο του Καλευρόσογλου ήταν στη θέση όπου είναι τώρα το Προ-Πο του Μαυρομιχάλη. Άρχισα να δουλεύω και το πρώτο μάθημα ήταν να ισιώνω πρόκες γιατί ήταν δυσεύρετες στην Κατοχή. Του λέω, μάστορα έμαθα, τι άλλο πρέπει να μάθω τώρα; Μου λέει, θα πας προς το ρέμα του Αγίου Αδριανού, μάθαμε ότι έχει ψοφήσει ένα γαϊδούρι, για κοίτα πού βρίσκεται να μάς πεις. Πήγα και ανακάλυψα το γαϊδούρι πού ήταν. Τότε όλοι μαζί με φαλτσέτες φρεσκοακονισμένες πάμε εκεί και βρήκαμε πως το γαϊδούρι δεν είχε ψοφήσει ακόμα. Το δέσαμε και του κόψαμε το λαιμό χωρίς να φέρει καμιά αντίσταση, το γδάραμε, πήραμε το τομάρι του, το τεντώσαμε σε μια πόρτα και το αφήσαμε να ξεραθεί αφού του ρίξαμε μπόλικο αλάτι. Αφού ξεράθηκε το πήρε ο μάστορας και μόλις μας φέρνανε παπούτσια για να τους βάλουμε σόλες, έκοβε σύμφωνα με το το μέγεθος και βάζαμε τις σόλες. Ποιό ήταν το μειονέκτημα; Όσο ο καιρός ήταν καλοκαίρι, περπατάγαν καλά, αλλά βάρδα μην έβρεχε γιατί φούσκωνε το τομάρι και γλύστραγε λες και πάταγες μπανανόφλουδα, και τυχεροί όσοι δεν πέφτανε. Εμείς τους λέγαμε να προσέχουν, όσοι δεν ακούγανε, κακό του κεφαλιού τους.

Ο Παρασκευάς Ακάσογλου σολιάζει αρβύλες στην Αλβανία.

Ο Παρασκευάς Ακάσογλου σολιάζει αρβύλες στην Αλβανία.

Σόλες απο αεροπλάνο

Τώρα μάστορα τι άλλο να μάθω; τους λέω. Μου λένε, ακούσαμε ότι στο βάλτο στο Τζέμι του Κρανιδίου έχει πέσει ένα γερμανικό αεροπλάνο, εκεί που έχει τα πολλά χόρτα, να πας να δεις πού βρίσκεται και μάζεψε κάνα τσουβάλι χόρτα. (Σημ: το Τζέμι είναι εκεί που χτίστηκε το ξενοδοχείο Γαλαξίας). Τότε στο βάλτο έβγαινε ένα χόρτο, το λέγαμε αρμυρή. Ήταν σαν μακαρόνια, το βράζαμε και βγάζαμε τα κοτσάνια, έμενε το χόρτο μαλακό, ρίχναμε ξίδι και με παπαλίνα ή σουγλί το τρώγαμε, ήταν κάτι σπέσιαλ για την Κατοχή. Το κακό ήταν ότι τα μαζεύαμε εύκολα και πολύ πράμα, αλλά τότε είχαμε πολλά γαϊδούρια και άλογα και οι αλογόμυγες – μουργέλες – αλωνίζανε και όπως βρίσκανε το γυμνό πόδι από το σορτς μάς τσίμπαγαν και το αίμα ποτάμι.

Τους πληροφόρησα για τη θέση όπου ήταν πεσμένο το αεροπλάνο, χαρά μεγάλη. Την άλλη μέρα με τον Κλήμη ακονίσαμε τις φαλτσέτες, πήραμε κοφτερές τανάλιες και ξεκινήσαμε ποδαράτοι. Ύστερα από 5 χιλιόμετρα δρόμο φτάσαμε στο αεροπλάνο όπου άρχισε η επιχείρηση. Ξυλώναμε το αλουμίνιο που είχαν τα φτερά και από κάτω είχε ένα στρώμα λάστιχο κρεπ ειδικό για σόλιασμα παπουτσιών. Κόψαμε τεράστια κομμάτια και τα κάναμε ρολά, τα φορτωθήκαμε και ήρθαμε τροπαιοφόροι στις Σπέτσες και αρχίσαμε να φτιάχνουμε παπούτσια γερά με κρεπ όπου τα πηγαίναμε στα χωριά του Κρανιδίου και οικονομούσαμε λάδι και στάρι τόσο που μάς βρήκε η Απελευθέρωση.

Ο Αλέξανδρος Αλεξανδρίδης με τη σύζυγό του κι έναν συνάδελφο στο πανηγύρι.

Ο Αλέξανδρος Αλεξανδρίδης με τη σύζυγό του κι έναν συνάδελφο στο πανηγύρι.

Στο Λενίδι για φωτογραφίες

Δύσκολα χρόνια του πολέμου αλλά παρ’ όλα αυτά, τα θέλαμε τα πανηγύρια και στις 15 Αυγούστου πάμε για το πανηγύρι στο Λενίδι, ο πατέρας μου με τη φωτογραφική μηχανή που ήταν τότε με το τρίποδο και άνοιγε με το χέρι τον φακό για να βγει το πουλάκι. Συνεννοηθήκαμε με τον αείμνηστο Γεώργιο Δεδετσίνα (Κατσανό) που έπαιζε βιολί και με το συγκρότημά του νοικιάσαμε μια βάρκα με πανιά και πήγαμε στο Λενίδι. Ήμασταν 7 άτομα κι ήταν τόσο πολύς ο κόσμος που δεν βρήκαμε κατάλυμα να μείνουμε, οπότε ένας φίλος του πατέρα, μάς λέει πως το μόνο που μένει είναι αυτό το σπίτι που είναι έρημο γιατί το βράδυ βγαίνουν φαντάσματα και γι’ αυτό δεν μπορεί να το πουλήσει ο ιδιοκτήτης. Ο πατέρας μου, άνθρωπος της πιάτσας, και ο κ.Γιώργος που δεν πίστευαν σε τέτοια, δέχτηκαν και πήγαμε και κοιμηθήκαμε στο στοιχειωμένο σπίτι. Το βράδυ ο πατέρας μου σηκώθηκε να κάνει το νερό του, δεν είδε όμως ότι ήταν ένα σκυλί που κοιμότανε και όπως το κατούρησε του αρπάζει μια δάγκα στο πόδι, ευτυχώς του έσκισε το παντελόνι χωρίς να τον τραυματίσει – και να το πρώτο φάντασμα.

Ο Στέφος στήνει πανοραμική φωτογραφία για το Νίκο Ζουμπουλάκη.

Ο Στέφος στήνει πανοραμική φωτογραφία για το Νίκο Ζουμπουλάκη.

Το πρωί κόσμος πολύς περίμενε να δουν αν ξυπνήσαμε ζωντανοί. Τα’χασαν που μας είδαν να ζητάμε νερό για να πλυθούμε. Όπως μάθαμε, μετά από ένα μήνα πουλήθηκε το σπίτι. Μείναμε μια βδομάδα εκεί όπου δουλέψαμε καλά. Είχε και ένα πανηγύρι στα Τσιτάλια. Πήγαμε εκεί και όλοι ήταν στο εκκλησίασμα αλλά ψάλτη δεν είχε και  προχωρεί μπροστά ο πατέρας μου και άρχισε να ψέλνει κι έτσι βγήκε η λειτουργία αλλιώτικα από ό,τι περίμεναν. Ο παπάς του χωριού τον ήξερε τον πατέρα μου και για να τον ευχαριστήσει, λέει στον κόσμο: «Αγαπητοί μου Χριστιανοί, ο άνθρωπος αυτός που με τη φωνή του ελάμπρυνε την πανήγυρη τάυτην ο οποίος ήρθε από τα πέρατα του κόσμου, ο οποίος είναι φωτογράφος, ένα σάς λέω αγαπητοί μου Χριστιανοί – αλί και τρις αλί όποιος δεν βγάλει το πορτραίτο του.» Ο κόσμος τότε θεοφοβούμενος και αγράμματος το αλί και τρις αλί το φοβήθηκε και μόλις τέλειωσε η εκκλησία, ουρά ο κόσμος να δει το πουλάκι του φωτογράφου, άσε που αγοράσαμε κι ένα λαχνό σ’ένα τράγο που τον έβγαλαν στην κλήρωση γιατί είχε ένα κέρατο και τον είχαν για γρουσουζιά. Αφού τον κερδίσαμε μάς λέγανε να μην τον πάρουμε, είναι του Διαβόλου. Επίσης αγοράσαμε και ένα τουλουμάκι τυρί, νοικιάσαμε και ένα γαϊδούρι, τα φορτώσαμε και πήγαμε μέχρι την Πλάκα όπου την άλλη μέρα βρήκαμε ένα ψαράδικο σπετσιώτικο και γυρίσαμε και τρώγαμε ένα μήνα τον τράγο που ήταν του διαόλου και πήραμε λίγο πάνω μας.

—————–

Advertisements