Άλλες σκηνές

Θέματα για ζωγραφική, με άλλες σκηνές απο τις Σπέτσες.

Σημείωση για τις πηγές των σκηνών
– Οι αναφορές “Ανεξ.Σπ” παραπέμπουν στο βιβλίο «Ανεξερεύνητες Σπέτσες» του Πέτρου Χαριτάτου, έκδοση Road, Αθήνα 2004.
– Οι αναφορές “τρίτομο Σπ” παραπέμπουν στο τρίτομο έργο «Σπέτσες» της Ένωσης Σπετσιωτών, Πειραιάς 2004.
– Οι αναφορές “Ανάργυρος” παραπέμπουν στο βιβλίο «Ο εθνικός ευεργέτης Σωτήριος Ανάργυρος» του Γιώργου Σταματίου, έκδοση ΑΚΣΣ, Αθήνα 2001
– Οι αναφορές “Παρασκευαίδης” παραπέμπουν στο βιβλίο «Ιστορία των Σπετσών» του Παύλου Παρασκευαϊδη, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών 2007
– Οι αναφορές “Κουμπής Αγώνα” παραπέμπουν στο βιβλίο «Οι Σπέτσες στον Αγώνα» του Ανδρέα Κουμπή, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών 2001

Αγοράζει πουλιά απο τον κυνηγό

Οι ατζαμήδες κυνηγοί που κατεβαίνουν άπρακτοι απο το δάσος, αγόραζαν πουλιά στο δρόμο απο τους πιο έμπειρους.

Ανάργυρος κυβίζει την άμμο

Πήγαινε αυτοπροσώπως ο ευεργέτης να επιβλέπει την κατασκευή της Αναργυρείου Σχολής, και τον θυμούνται να κυβίζει την άμμο που ξεφορτώναν τα καίκια.

Ανάργυρος φεύγει εκνευρισμένος

Ο Σωτήριος Ανάργυρος, βενιζελικός, επισκεπτόταν κάθε απόγευμα τα ξαδέλφια του στο Παλιό Λιμάνι, όπου έμενε η (βασιλική) κυρία των τιμών της Αυλής. Πάνω στη κουβέντα πάντα τσακωνόντουσαν. Αυτός έφευγε εκνευρισμένος και την επόμενη μέρα επέστρεφε καλόκεφος (αφήγηση του ανεψιού του Δημήτρη Ανάργυρου).

Απελπίζεται ο Γιάννης

Ζωγραφιές: https://spetses.wordpress.com/zogr/giannis/

(σελ.147, Ανεξ.Σπ.) Γιατί από θαλασσινός έγινε σερβιτόρος; «Διότι έμεινα τρεις φορές ναυαγός. Το πρώτο μ’ένα μότορσιπ 950 τόνων. Πιαστήκαμε στο πίκι της μπίγας (το ξύλινο μπράτσο του γερανού) και μας πήγε στην Κρήτη. Το δεύτερο με ψαράδικο, μας μπατάρισε ο ανεμοστρόβιλος. Το τρίτο ήταν με καϊκι στην Κίμωλο. Ήταν τέτοιος αέρας που το εικονοστάσι του Αγίου Χαραλάμπους ο αέρας το σήκωσε και το μπατάρισε. Εμένα μ’έρριξε πάνω στα παραγάδια και γέμισε το σώμα μου αγκίστρια. Παίρναμε νερά, με τραβάγαν να με βγάλουν και με βαστάγαν τα αγκίστρια. Ο συχωρεμένος ο Γιάννης ο Βρονταμίτης έκοβε τις τριχιές με τα δόντια για να με βγάλει. Με κουβαλάνε στο καφενείο, μου δίνουν να πιω και λιποθυμώ. Εκεί αποφάσισα τότε να μην ξαναπάω στη θάλασσα».

Γριές φουμάρουν ταμπάκο

(σελ.150, Ανεξ.Σπ.) Θυμάται ο Γιάννης Νεοφώτης: «Οι παλιές γριές καπνίζανε, παίρναν ταμπάκο. Κάθε πρωί μαζευόντουσαν στην αυλή στο πεζουλάκι. Εκεί πίσω από την Αγία Τριάδα. Το λέγαν τσιμπούσι, πάμε να κάνουμε τσιμπούσι, δηλαδή να ρουφήξουν ταμπάκο καθώς πίναν καφέ. Το’πιαναν με τα δυο δάχτυλα και το’βαζαν στο ρουθούνι, γινόταν μαύρο. Κουβεντιάζαν, γελούσαν, και ψού! φτερνιζόντουσαν και πετούσαν μελάνι σαν τις σουπιές. Της συχωρεμένης της γιαγιάς μου της έφερνα τα φακελάκια από του Σγόντζου. Τρεις δεκάρες το φακελάκι, πέρναγε 5-6 μέρες με ένα. Κέρναγε η μια της αλληνής. Ήταν η γιαγιά η Σταματίνα, μέχρι και δέκα άλλες, μόνο υπερήλικες· άμα δεν πήγαινε η γυναίκα 75-80 χρονών δεν την αφήναν να καπνίσει. Πολλές μιλούσαν και αρβανίτικα, όπως η Αγγέλικω η Διέβω. Πώς έσβυσε; Ήρθε το στριφτό». Σύμφωνα με το Γιάννη, τη συνήθεια τη μάθαν από τις Σμυρνιές· ξέρουμε επίσης πως οι ανώτερες τάξεις της Αθήνας την είχαν μάθει από την Αγγλία και πως κουβαλούσαν την ταμπακόσκονη σε περίτεχνες τσίγκινες ταμπακέρες.

Κοιμόμουν στην άκρη του δρόμου

(σελ.147, Ανεξ.Σπ.) «Από μικρά μας είχε ο πατέρας στο καϊκι.Όλη τη νύχτα ήμασταν στο καϊκι με την τράτα, ο αδελφός μου κι εγώ. Το ξημέρωμα μας έβγαζε στην Αγιά Μαρίνα και πηγαίναμε σπίτι σε σπίτι και πουλάγαμε τα ψάρια. Δίναμε με τη χούφτα, χωρίς παλάντζα. Ψάρια! Μαρίδα, γόπες! φωνάζαμε και προχωρούσαμε προς το σπίτι με το κασελάκι. Όλη τη νύχτα δουλειά και ανεβαίνοντας με το αλάτι προς το σπίτι, από τη κούραση έπεφτα και κοιμόμουν στην άκρη του δρόμου. Βγαίναν και μας ψάχνανε».

Νερό της Αγάπης την άνοιξη

Φανταστική ιστορία: άνθρωποι, σκυλιά, γατιά – αδύνατο να συγκρατήσουν το πάθος τους, όταν έρχεται η άνοιξη στο Νερό της Αγάπης.

Ξυνός και Νιάρχος

Ζωγραφιές: http://opseistoukosmou.wordpress.com/abyssos/xynos/

(σελ.189, Ανεξ.Σπ.) «Όταν αγόρασε το νησί ο Νιάρχος, είπε όσοι κάτοικοι είναι εδώ πέρα θέλω να φύγουνε, να μείνει το νησί καθαρό. Τότε ο μοναδικός κάτοικος που ήταν εκεί πέρα ήταν ο Ξυνός. Το όνομά του ήταν Δημήτρης Πετρούτσης, από το περίφημο σόι των ναυπηγών. Όμως τον ονομάσανε Ξυνό διότι του δίνανε κρασί κι έπινε, δεν πα νάτανε ξύδι, ό,τι του δίνανε τα’ πινε, γιατί του άρεσε το κρασί. Είχε και μια κατσίκα για να πίνει γάλα. Ήτανε καλός άνθρωπος, καλός γλεντζές, τραγούδαγε. Ήτανε και καλός ναυπηγός, έφτιαχε ωραίες βάρκες και καϊκια. Λέει τότε ο Ξυνός, μπορώ να δώ τον Νιάρχο; Zήτησε δηλαδή ακρόαση. Τον εδέχτηκε. Τότε του λέει ο Ξυνός, άκου εδώ άνθρωπέ μου,

ο ουρανός κι η θάλασσα
έχουν το ίδιο χρώμα,
ο Νίαρχος και ο Ξυνός
θα μπούν στο ίδιο χώμα.

Μόλις άκουσε την σοφή κουβέντα, λέει ο Νίαρχος: θα τον αφήσετε να μείνει εδώ και θα του βγάλετε κι ένα μισθό. Κι έτσι του κάναν ένα ωραίο σπίτι και του πηγαίνανε φαϊ γιατί είχε χάσει πια το φως του». Από όλες τις ιστορίες που αφηγούνται στις Σπέτσες, γιατί άραγε αυτή να είναι η πιο δημοφιλής; Ίσως γιατί εκφράζει τον ντόπιο απέναντι στην εξουσία του επισκέπτη: ναι μεν έχεις το πάνω χέρι, αλλά μη με ζορίζεις, διότι την ίδια μοίρα έχουμε κι οι δυό.

Οι αρχόντισσες στο Παλιό Λιμάνι

Το χειμώνα μέναν στην Αθήνα κι ερχόντουσαν το καλοκαίρι. Το απογευματάκι νωρίς βγαίναν βόλτα, πριν τη δύση του ηλίου. Με τη δύση, έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι. Περνούσαν στην παραλία και πηγαίναν μέχρι τη Ντάπια. Σταματούσαν κι εδώ να πάρουν μια βανίλια, δηλαδή υποβρύχιο.Μπροστά ήταν οι καμαριέρες – οι ψυχοκόρες – στη μέση οι κυρίες με τα κρινολίνα και πίσω οι ντάμ ντε κομπανί, δηλαδή οι δασκάλες, οι Γαλλίδες. Όλα αυτά μέχρι το ’40.

Για τα λουτρά, είχε εδώ πίσω χτιστές καμπίνες με μπανιέρα. Κάναν ιαματικά λουτρά με ζεστό θαλάσσιο νερό. Επίσης, για να κολυμπήσουν, πηγαίναν με βαρκούλες στο φανάρι, για να μην τις βλέπουν.

Εδώ ερχόταν και η Χρυσούλα η Ζάππα, κόρη Αναργύρου, που ήταν κυρία επί των τιμών του Γεωργίου και της Όλγας. Έβγαινε με μπαστουνάκι και φασαμέν. Μου άρεσε που είχε πολλά βιβλία· ήμουν 4-5 χρονών, δεν ήξερα να διαβάζω αλλά μ’ενδιέφεραν και τη ρωτούσα: κι αυτό δικό της ήταν, κι εκείνο; Μια μέρα κουράστηκε με τις ερωτήσεις και μου απήντησε: «Σήμερον εμού, αύριον εσού και ουδέποτε τινός» δηλαδή κάποτε δεν θα είναι κανενός. Κηδεύτηκε στην Ανάληψη. Την είχαν ντύσει με το φόρεμα που βλέπουμε στη φωτογραφία, στο σπίτι της. (αφήγηση της Κας Ελένης Σύρμα).

Προφητεία του Μπατσώνη

Φανταστική ιστορία: Οι γυναίκες μαζεύονται στη βρύση στα Πευκάκια. Ο υδρονόμος τους λέει πως μια μέρα θα έχουν όλες βρύσες στα σπίτια τους (πώς τις φαντάζονται;). Αυτές ξεκαρδίζονται και τον κοροϊδεύουν.

Ρίχνουν το λεωφορείο στη θάλασσα

(σελ.58, Ανεξ.Σπ.) Το πρώτο λεωφορείο είχε ξεκινήσει με επεκτατικές βλέψεις και οι αμαξάδες το ρίξαν στη θάλασσα. Τώρα συμβιώνουν αρμονικά. Ένας αμαξάς περιγράφει το επάγγελμά του: «Δεν υπάρχουν αμαξάδες-αμαξάδες. Ο καθένας έχει άλλη δουλειά: οικοδόμος, κτηνοτρόφος, καλλιεργητής, ξυλοναυπηγός, ξενοδόχος, έμπορος. Όταν υπάρχει πελατεία, ερχόμαστε».

Τελευταίο γεύμα του Περικλή

(σελ.56, 57, Ανεξ.Σπ.) Ακόμα μιλούν στις Σπέτσες για τον Περικλή Μπούμπουλη (1893-1945). Παληκάρι και φοβερός φαγάς, πήγαινε στη Βουλή με τη μαγκούρα, έφτιαχνε ομελέτες με 15 αυγά κι έτρωγε 48 κουραμπιέδες στο καθισιό. Όπως κι οι άλλοι Μπουμπουλαίοι, γίνεται αξιωματικός στο Πολεμικό Ναυτικό. Μετέχει στις ναυμαχίες των βαλκανικών πολέμων και γίνεται διοικητής Ναυτικής Αεροπορίας στη Μικρασιατική εκστρατεία, όπου και τραυματίζεται βαριά. Κατόπιν αποστρατεύεται και εκλέγεται βουλευτής Σπετσών το 1926, 1932, 1933 και 1935. Με τον πόλεμο επανέρχεται στο στράτευμα. Όταν οι Γερμανοί βομβαρδίζουν τον Πειραιά, παίρνει φωτιά ένα καράβι με πυρομαχικά και κινδυνεύει να ανατινάξει τον Πειραιά. Ο Περικλής Μπούμπουλης, ως λιμενάρχης, ορμά μ’ένα ρυμουλκό και το τραβά έξω από το λιμάνι. Όταν εξερράγη, έπεφταν σίδερα μέχρι την περιοχή Χίλτον, στην οδό – κατά σύμπτωση! – Χατζηγιάννη Μέξη, όπου και έμεναν οι Μπουμπουλαίοι. Μετά τον πόλεμο ξαναπολιτεύεται, πάντα «θαρραλέος και σαλταδόρος» όπως τον θυμούνται οι παλιοί, που δεν παραλείπουν να πουν πώς τέλειωσε: «Το 1945, τη Μεγάλη Παρασκευή, παραγγέλνει μια πιατέλα αστακούς και τους τρώγει όλους. Την άλλη μέρα τον βρήκαν τέζα.»

Τις έκλεβα για να με αγαπάνε

(σελ.138, Ανεξ.Σπ.) Από εδώ ανέβαιναν με τα γαϊδουράκια τους οι μανάβηδες για να τροφοδοτήσουν τη γειτονιά. Ένας ώριμος πια κύριος, που όταν ήταν 7-8 χρονών πιτσιρικάς έκανε αυτή τη δουλειά, θυμάται τα πρώτα βήματά του ως επιχειρηματίας. «Μου φόρτωναν τα καλάθια με τη μαναβική κι ανέβαινα στις γειτονιές. Αν γύριζα και δεν τα είχα πουλήσει, έτρωγα ξύλο. Γι’αυτό, τις έκλεβα τις νοικοκυρές για να με αγαπάνε.» Βλέπει πως δεν κατάλαβα τι λέει και εξηγεί. «Είχα μάθει πώς να βάζω μολύβι στη παλάντζα, που να μη φαίνεται. Το ζύγι έβγαινε πιο βαρύ κι αυτό που ήταν για δύο δραχμές, έβγαινε δυόμιση. Τους έλεγα λοιπόν: είναι δυόμιση, αλλά για σένα θα το αφήσω δύο.»

Το πρόβλημα του μάγου

(σελ.143, Ανεξ.Σπ.) Ανεβαίνοντας, βλέπουμε ένα ύψωμα όπου δεσπόζουν τεράστια νέα σπίτια. Λένε πως δεν έπρεπε να χτίσουν εδώ πάνω, είναι τόπος γρουσούζικος. Σ’αυτό το ύψωμα έγινε μια μαγική τελετή και πήγε στραβά. Ένας μάγος είχε χαράξει τον κύκλο με τα πέντα άλφα για να βοηθήσει μια πλούσια Αθηναία, να την ξαναγαπήσει ο άντρας που τον είχε απατήσει. Αλλά, λένε, όταν βγήκε το κακό δαιμόνιο, τρόμαξαν και λάκισαν οι παραστάτες του μάγου· κι αυτός κατέβηκε και μονολογούσε, «τώρα που τους καλέσαμε πώς θα τους διώξουμε;» (ΙΣΩΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΟ ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ)

Φάντασμα του Ορλώφ

(σελ.141, 142 Ανεξ.Σπ.) «Σ’αυτό το σπίτι φιλοξενούσαν και ξένους επισκέπτες. Μια φορά ήρθε κι έμεινε ένας Ισπανός διπλωμάτης με τη γυναίκα του. Τη νύχτα, εκείνη ξαφνικά ξυπνάει και βλέπει έναν άγνωστο άντρα, ντυμένο παράξενα, μέσα στην κρεβατοκάμαρα, που της έδειχνε τον τοίχο. Την άλλη μέρα, τον ζωγραφίζει αυτόν τον άνθρωπο, έτσι όπως τον θυμόταν. Δείχνει τη ζωγραφιά αλλά κανείς δεν τον ήξερε, ώσπου της φέραν μια γριά που ήταν παλιά υπηρέτρια στο σπίτι, και τη ρωτούν ποιός είναι. Εκείνη αμέσως αναγνωρίζει τον αφέντη της τον Ορλώφ που, όπως είπαν τότε, είχε χαθεί σ’ένα ναυάγιο. Βάζει η Ισπανίδα και σκάβουν στον τοίχο, μήπως υπήρχε κάποιος θησαυρός, αλλά τι βρίσκουν; Ήταν ο ίδιος ο Ορλώφ, που τον είχε σκοτώσει η γυναίκα του με τον εραστή της, και τον είχαν εντοιχίσει για να μη βρεθεί ποτέ.»