Ιστορία παλαιότερη

Θέματα για ζωγραφική, απο τη παλαιότερη ιστορία των Σπετσών.

Σημείωση για τις πηγές των σκηνών
– Οι αναφορές “Ανεξ.Σπ” παραπέμπουν στο βιβλίο «Ανεξερεύνητες Σπέτσες» του Πέτρου Χαριτάτου, έκδοση Road, Αθήνα 2004.
– Οι αναφορές “τρίτομο Σπ” παραπέμπουν στο τρίτομο έργο «Σπέτσες» της Ένωσης Σπετσιωτών, Πειραιάς 2004.
– Οι αναφορές “Ανάργυρος” παραπέμπουν στο βιβλίο «Ο εθνικός ευεργέτης Σωτήριος Ανάργυρος» του Γιώργου Σταματίου, έκδοση ΑΚΣΣ, Αθήνα 2001
– Οι αναφορές “Παρασκευαίδης” παραπέμπουν στο βιβλίο «Ιστορία των Σπετσών» του Παύλου Παρασκευαϊδη, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών 2007
– Οι αναφορές “Κουμπής Αγώνα” παραπέμπουν στο βιβλίο «Οι Σπέτσες στον Αγώνα» του Ανδρέα Κουμπή, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών 2001

Sette Pozzi – τα 7 πηγάδια

Στη βόρεια πλευρά των Σπετσών βγαίνουν πολλά ρέματα που τροφοδοτούν πηγάδια. Εκεί πηγαίναν συχνά τα καράβια για να ανεφοδιαστούν. Ήταν τόσο το νερό στις Σπέτσες που οι Τούρκοι ονόμαζαν το νησί “Suluca” δηλαδή υδρόεσσα, ποτισμένη, γεμάτη νερά. “Su” στα τουρκικά σημαίνει νερό και “Sulu” σημαίνει βρεμμένο, χυμώδες.

Αιχμάλωτος στους Σαρακηνούς

(σελ.149, Ανεξ.Σπ.) Οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι· το 1804 οι Αλγερίνοι πειρατές αιχμαλωτίζουν ένα τέτοιο πλοίο. Ο Χατζηγιάννης Μέξης πληρώνει το Μπέη της Αλγερίας κι ελευθερώνει το πλήρωμα, στο οποίο ήταν και ο 17χρονος γιός του Θεόδωρος, που μάθαινε τη ναυτική τέχνη. Η απώλεια του πλοίου και του φορτίου στοιχίζει ένα τεράστιο ποσό – 90.000 δίστηλα – αλλά οι Μέξηδες το καλύπτουν τον ίδιο χρόνο από τα κέρδη των άλλων πλοίων τους.

Αυστριακοί βομβαρδίζουν το νησί

Πηγή: https://spetses.wordpress.com/filoxenoumena/bombardismos/  (αναδημοσίευση άρθρου τού Εμμανουήλ Ε, Λούζη απο τη Ναυτική Επιθεώρηση).

“ Ο σφοδρός κανονιοβολισμός προκάλεσε θύματα ανάμεσα στους ναυτικούς και τον άμαχο πληθυσμό του νησιού. Από τα θραύσματα των οβίδων και τις ρουκέτες του Κόγγρευ (Κόγκρεβ) [Σημ.12], σκοτώθηκαν ένδεκα ναυτικοί και δύο μικρά κορίτσια τα οποία επέστρεφαν στα σπίτια τους από το σχολείο που ήταν κοντά στο λιμάνι, ενώ πολλές έγκυες από τον τρόμο τους απέβαλαν και δώδεκα νεογνά πέθαναν απ’ αυτήν την αιτία. Από τον κανονιοβολισμό άρπαξε φωτιά ένα σπετσιώτικο πλοίο το οποίο καιόμενο και εξαιτίας της πυκνής διάταξης αγκυροβολίας των πλοίων, θα μπορούσε να προκαλέσει την ολοκληρωτική καταστροφή του στόλου. Όμως, επενέβησαν εγκαίρως και με αυτοθυσία κάτω από το χαλάζι σφαιρών, οβίδων και ρουκετών, το πλήρωμα και άλλοι προστρέξαντες ναυτικοί, που κατόρθωσαν να περιορίσουν τη φωτιά στο πλοίο και τελικά να την σβήσουν.”

Δεύτερο Μαυσωλείο

(σελ.149, Ανεξ.Σπ.) Ο πλούτος που φέρνει η ναυτιλία αλλάζει τις Σπέτσες κι η διαφορά φαίνεται αν συγκρίνουμε την Κοίμηση με την Αγία Τριάδα. Η Κοίμηση εκφράζει τους ανώνυμους πιστούς που τη χτίσανε, ενώ η Αγία Τριάδα τόσο εντυπωσιάζει τον ιδρυτή και ιδιοκτήτη της Εμμανουήλ Παπαθεοδώρου, που τη συγκρίνει με ένα από τα εφτά θαύματα του κόσμου. Μεταφράζουμε την μαρμάρινη επιγραφή που ρωτά τον επισκέπτη: «Άνθρωπε γιατί μένεις έκθαμβος βλέποντάς με; Μήπως νομίζεις πως είμαι ο τάφος του Μαυσώλου; Όχι, δεν είμαι παρά ο ναός της πανσέπτου Τριάδος». Ο Μαύσωλος είναι ο σατράπης της Αλικαρνασσού που μας έδωσε τη λέξη «μαυσωλείο» από τον μεγαλοπρεπή τάφο που δέσποζε πάνω στην πόλη.

Εκδίκηση Τουρκαλβανών

(σελ.133, Ανεξ.Σπ.) Όμως η επιδρομή του 1769 δεν ήταν σαν τις άλλες. Οι Σπετσιώτες είχαν ξεσηκωθεί – αντίθετα με τους επιφυλακτικούς Υδραίους – όταν ήρθε στο Αιγαίο ο ρώσος στόλαρχος Ορλώφ και υποκίνησε τους Έλληνες κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τιμωρία, ένας στρατός από Τουρκαλβανούς πυρπολεί την πόλη το 1769. Σφάζει όσους Σπετσιώτες πιάνει, σέρνει τα γυναικόπαιδα στα σκλαβοπάζαρα κι όσοι προλαβαίνουν να φύγουν γίνονται πρόσφυγες στην Ύδρα και στα Κύθηρα. Σκάβοντας ο Γιάννης Σύρμας για να χτίσει το σπίτι της κόρης του, έβρισκε φυτευτά βότσαλα κι από πάνω κάρβουνα, από ένα καμένο σπίτι που είχε πέσει.

Επιδρομή πειρατών στο Καστέλι

(σελ.133, Ανεξ.Σπ.) Το Καστέλι ήταν η παλιά πόλη των Σπετσών, χτισμένη στην ανηφόρα μισό χιλιόμετρο από την παραλία, οχυρωμένη ανάμεσα σε δυο χειμάρρους. Έτσι οι κάτοικοι, όταν βλέπαν να ζυγώνουν πειρατές, προλαβαίναν να γλυτώσουν.

Έρδε Μπούμπουλη;

Ζωγραφιές: http://opseistoukosmou.wordpress.com/diakrisi/erde-bouboulis/

(σελ. 521-522, τρίτομο Σπ) Μέσα στην εκκλησία είχε αρχίσει η ακολουθία του όρθρου της Κυριακής του Πάσχα και οι ψαλτάδες με πολλή κατάνυξη έψελναν τα τροπάρια. Είπαν και το τελευταίο «Ότε κατήλθες προς τον θάνατον» και έγινε και η απόλυση και έσβησαν τα φώτα, αλλά ο Μπούμπουλης δεν είχε ακόμα παρουσιαστεί.
Ρώτησε τότε ο Παπαστοιχειός: -Έρδε (ήρθε) Μπούμπουλης;
-«Γιο» (όχι) του απάντησε το εκκλησίασμα.
Οι ψαλτάδες άρχισαν τότε να ψέλνουν αργά-αργά το ζ΄ εωθινό του βαρέως ήχου: «Ιδού σκοτία και πρωί» και στη συνέχεια ο Παπαστοιχειός κρατώντας τη λαμπάδα με το Άγιο Φως, άρχισε από την Ωραία Πύλη να προσκαλεί με το «Δεύτε, λάβετε φως» το λαό ν’ανάψει τις λαμπάδες του.
Και τότε ρώτησε πάλι: -Έρδε Μπούμπουλης;
-Γιο, του απάντησαν.
Η ώρα όμως πέρναγε και άρχισαν να ψέλνουν το τροπάριο: «Την Ανάστασή Σου Χριστέ Σωτήρ», ενώ συγχρόνως άρχισε και η έξοδος από την εκκλησία, προς το μέρος της εξέδρας, που θα γινόταν η Ανάσταση. Σαν έφτασαν στην εξέδρα, ο Παπαστοιχειός άρχισε να διαβάζει το Ευαγγέλιο. Στη μέση του Ευαγγελίου σταμάτησε και ξαναρώτησε: -Έρδε Μπούμπουλης;
-Γιο, του απάντησαν, για τρίτη φορά.

Τότε ο δύστυχος τα χρειάστηκε, βρέθηκε σε αμηχανία, κοντοστεκόταν, δεν ήξερε τι να κάνει και συνέχιζε αργά αργά την ανάγνωση, γιατί ήταν βέβαιος και ειδοποιημένος, πως ο Υπουργός θα ερχόταν.
Λίγο πριν από το τέλος του Ευαγγελίου και ενώ ήταν πια μεσάνυχτα, έκανε την εμφάνισή του ο Μπούμπουλης. Ψηλός και μεγαλόπρεπος όπως ήταν, με τα τσιγκελωτά μουστάκια του και φορώντας τη βελάδα και τα παράσημά του, πραγματικά άρχοντας εντυπωσίαζε όλους, καθώς περνούσε από δίπλα τους.
Σαν τέλειωσε το Ευαγγέλιο ο Παπαστοιχειός ρώτησε και πάλι: -Έρδε Μπούμπουλης;
-Έρδεεε! του φώναξε ο κόσμος από την πλατεία της Ντάπιας.
Και τότε μόνο, γεμάτος από χαρά και αγαλλίαση έψαλλε, σε ήχο πλάγιο πρώτο, το Χριστός Ανέστη!
Η Ντάπια τότε σείστηκε ολόκληρη, από τις κροτίδες και τους δυναμίτες, τα τρίγωνα, τα φουσέκια και τις τρακατρούκες και οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν χαρμόσυνα.
Και ο Μπούμπουλης, κουνώντας αργά-αργά, πάνω κάτω τη λαμπάδα του, ευχήθηκε:
-Χριστόη Ανεστήτουρι!
(Χριστός Ανέστη). -Μόντε Σουμ! (Χρόνια Πολλά).

Καρακατσάνης στο άλμπουρο

Σπετσιώτης καπετάνιος, στα Ορλωφικά, που τον κρέμασαν οι Τούρκοι στο άλμπουρο και τον περιέφεραν στο μπογάζι για παραδειγματισμό.

Κατεβάζουν τα τουρκικά εμβλήματα

Ζωγραφιές: http://opseistoukosmou.wordpress.com/kyriarxia/emblemata/

(σελ 32, Κουμπής Αγώνα) Αργά το Σάββατο του Λαζάρου στο σπίτι του Γεωργίου Πάνου οι πρόκριτοι έκαναν σύσκεψη για μία ακόμα φορά, συζητώντας αν θα έπρεπε να περιμένουν τους Υδραίους. Αυτή τη φορά όμως οι νεότεροι δεν περίμεναν άλλο και πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. Αφού διαμαρτυρήθηκαν με φωνές έξω απο το σπίτι του Πάνου αποδοκιμάζοντας την κωλυσιεργία των γερόντων, κατέβηκαν ξημερώματα των Βαϊων στο κτήριο της καγκελαρίας που ήταν στο λιμάνι, κατέβασαν απο τους εξώστες τα τουρκικά εμβλήματα και ύψωσαν άλλα, που έφεραν το σημείο του σταυρού. Κόσμος πολύ μαζεύτηκε έξω απο την καγκελαρία φωνάζοντας: Ζήτω το Γένος!

Κατόρθωμα του Μπούκουρη

Ο Ιωάννης Μπούκουρης, πατέρας της Ελένης Αλταμούρα και παππούς του θαλασσογράφου Ιωάννη Αλταμούρα, ταξίδεψε με μια βάρκα απο την Ισπανία ως τις Σπέτσες και κατέγραψε την περιπέτεια του.

Κήρυγμα του Παπουλάκου

Πηγή: https://spetses.wordpress.com/filoxenoumena/papoulakos/ (αναδημοσίευση άρθρου του περιοδικού «Σπετσιώτικη Ηχώ»).

“Άραγε, ποιός Σπετσιώτης δεν έχει ακούσει από τους παπούδες του για τον ερχομό του μοναχού-κήρυκα Παπουλάκου στο νησί μας;”

Κηρύττουν την Επανάσταση

(σελ 32, 33, Κουμπής Αγώνα) Τότε οι γεροντότεροι, ευρισκόμενοι προ τετελεσμένων γεγονότων, συμμορφώθηκαν με ανακούφιση, προς την εξέλιξη που πήραν τα πράγματα. Έτσι την Κυριακή των Βαϊων, η λειτουργία έγινε μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού και ενότητας, όπως άρμοζε άλλωστε και στο νόημα της ημέρας. Όταν ο ιερέας διαβάζοντας το ευαγγέλιο είπε: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου», δόθηκε το σινιάλο στα πλοία του νησιού, που ήταν αγκυροβολημένα μπροστά στην πόλη, και άρχισαν όλα να κανονιοβολούν ακατάπαυστα σηκώνοντας στα κατάρτια τις επαναστατικές σημαίες του νησιού, που εκτός των άλλων συμβόλων είχαν γραμμένες τις λέξεις: Ελευθερία ή Θάνατος. Αμέσως μετά οι καπεταναίοι και οι πρόκριτοι, ανταλλάσσοντας ασπασμούς, ορκίστηκαν στο ευαγγέλιο να πεθάνουν μαχόμενοι για την πίστη και την πατρίδα.

Κούτσης σκοτώνει Λεμπέση

(σελ.51, Ανεξ.Σπ.) Ακόμα πιο παλιά, το 1842, εδώ μπροστά στο «Αθήναι» έγινε ένα φονικό. Ήρθαν στα λόγια δυο πλοίαρχοι, από επιφανείς οικογένειες της Επανάστασης, με αφορμή ένα πίκι που είχε δανείσει ο Νικόλαος Κούτσης στον Ανάργυρο Λεμπέση. Εκείνος αρνείται να το επιστρέψει, πετούν βαριές κουβέντες για το πού να χωθεί το πίκι κι ο Λεμπέσης τραβά μαχαίρι· τελικά, ο Κούτσης τον σκοτώνει. Για όσους δεν είναι ναυτικοί, το πίκι είναι το οριζόντιο ξύλο που δένει στο άλμπουρο (κατάρτι), και πάνω του κρεμιέται το πανί.

Ματρόζος και Κανάρης

Ζωγραφιές:  http://opseistoukosmou.wordpress.com/kyriarxia/matrozos/

(σελ.183, Ανεξ.Σπ.) Ένα ποίημα του Σπετσιώτη Γεωργίου Στρατήγη αφηγείται την επίσκεψη του γέρου Ματρόζου στο Υπουργείο Ναυτικών να δει τον παλιό του συμπολεμιστή Κωνσταντίνο Κανάρη, που είχε γίνει υπουργός. «Παιδί μου, είναι πάνω ο Κωνσταντής;» ρωτά τον υπασπιστή, ντυμένο στα χρυσά. «Ποιός Κωνσταντής;» τον ρωτά. «Αυτός … ο Ψαριανός». Ο υπασπιστής εκνευρίζεται:

Δεν λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο·
να ζητιανέψεις πήγαινε μεσ’το πτωχοκομείο

Του απαντά παληκαρίσια ο Ματρόζος,

αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνιοι σαν και σε δε θα φορούσαν στέμμα.

Ο Κανάρης ακούει τη φιλονεικία και ζητά να δει τον γέροντα αλλά δεν τον αναγνωρίζει. Τότε ο Ματρόζος του θυμίζει την περιπέτεια του απ’έξω από την Τένεδο πριν 55 χρόνια, όπου όρμησε και τον έσωσε, ενώ τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι. Αργεί να καταλάβει ο Κανάρης, αλλά στην τελευταία στροφή του ποιήματος,

Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει,
Και μεσ’τα στήθη τα πλατειά σφιχτά τον αγκαλιάζει.

Μπουμπουλίνα πολιορκεί το Ναύπλιο

Υυπάρχει ο γνωστός πίνακας που τη δείχνει όρθια στη βάρκα, ενώ οι άλλοι καλύπτονται.

Ναυάγιο του Ευνομία

Πηγή: https://spetses.wordpress.com/filoxenoumena/eunomia/ (αναδημοσίευση άρθρου του περιοδικού «Σπετσιώτικη Ηχώ»).

Το τραγικό ατύχημα του ατμοπλοίου «ΕΥΝΟΜΙΑ» μεταξύ Δοκού και Ύδρας. Πλήρης αναφορά των συγκλονιστικών γεγονότων 21 Ιουνίου 1871.

Ναυμαχία και Μπαρμπάτσης

Ζωγραφιές: https://spetses.wordpress.com/zogr/barbatsi/

(σελ.131, Ανεξ.Σπ.) Η ναυμαχία γενικεύεται σε όλο το θαλάσσιο στενό μεταξύ Σπετσών και Πελοποννήσου. Ο κάθε πλοίαρχος αυτοσχεδιάζει – μη ξεχνάμε πως δεν υπήρχε κεντρικός συντονισμός, αφού ο στόλος «δεν ήταν παρά τα ιδιωτικά εμπορικά πλοία των νησιωτών, που με τα δικά τους χρήματα και διάθεση τα έκαναν πολεμικά, χωρίς να παραχωρήσουν την ιδιοκτησία τους στην πολιτεία, αφού αυτή ήταν ανύπαρκτη τότε» όπως σημειώνει ο Ανδρέας Κουμπής στο βιβλίο του «Οι Σπέτσες στον Αγώνα». Ο τουρκικός στόλος επιμένει, ο ελληνικός του φράζει το δρόμο κι η γη σείεται μέχρι την Ύδρα από τους κανονιοβολισμούς. Η φρουρά που είχε μείνει στις Σπέτσες με τον Χατζηγιάννη Μέξη ρίχνει από το κανονιοστάσιο. Κάποια στιγμή από το λιμάνι πετιέται ένα πλοιάριο και κωπηλατεί με μανία προς τον εχθρικό στόλο. Είναι το πυρπολικό του Κοσμά Μπαρμπάτση που κρατά αναμμένο δαυλό και ορμά μέσα από τα εχθρικά πλοία, καταπάνω στην τουρκική ναυαρχίδα, δείχνοντας μια «μέχρι παραφροσύνης αφοβία», όπως έγραψε αργότερα ο Νικόλαος Μέξης, που τον ζητωκραύγαζε μαζί με την άλλη φρουρά του νησιού. Αυτό ήταν, λέει η παράδοση, το κρίσιμο σημείο της μάχης.

Ναυμαχία της Αρμάτας

(σελ.125, 127, Ανεξ.Σπ.) Καθώς συνεχίζει ο δρόμος συναντάμε δεξιά τα μνημεία του Ανάργυρου Ανδρ. Χατζηαναργύρου, του ιστορικού των Σπετσών, και του Ιωάννη Γ. Κούτση, που έχτισε την εκκλησία της Παναγίας της Αρμάτας, την οποία θα συναντήσουμε λίγο παραπέρα. Αυτός ο ναός έχει μια ξεχωριστή θέση, διότι συνδέεται μ’ένα σημαντικό γεγονός του 1822, τη ναυμαχία των Σπετσών. Οι Σπετσιώτες τη γιορτάζουν κάθε χρόνο στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα της Γέννησης της Θεοτόκου, όταν τα σπετσιώτικα πλοία έδιωξαν τον τουρκικό στόλο από τα νερά του Αργολικού, βοηθώντας έτσι στην άλωση του Ναυπλίου. Ο Ιωάννης Γ.Κούτσης (1797-1860) – του οποίου μόλις είδαμε το μνημείο – είχε λάβει μέρος σ’αυτά τα γεγονότα. Τη ναυμαχία αφηγείται, μέσα στην εκκλησία, ένας μεγάλος πίνακας που ζωγράφισε το 1887 ο θαλασσογράφος εγγονός του Κούτση, του οποίου είδαμε το σπίτι μετά τον Άγιο Μάμα.

Πρόδωσε ο Μπεκύρης

(σελ.193, Ανεξ.Σπ.) Το αξιοθέατο εδώ είναι η σπηλιά του Μπεκύρη, με είσοδο που άλλοτε ήταν κρυφή, όπου μπαίνουμε είτε κολυμπώντας ή από τα βράχια. Λένε πως εδώ είχαν έρθει γυναικόπαιδα για να κρυφτούν, όταν κατέφτασαν οι Τουρκαλβανοί να εκδικηθούν για τα Ορλωφικά. Τους πρόδωσε όμως ο Μπεκύρης, και η θάλασσα έγινε κόκκινη από τη σφαγή.

Πρόσφυγες στον Άγιο Μάμα

(σελ.39, 40 Ανεξ.Σπ.) Εδώ που καθόμαστε στα τραπεζάκια, οι βάρκες ξεφορτώναν τους πρόσφυγες που φτάναν στις Σπέτσες, ώσπου να βρεθεί μια στέγη. Το 1822 και μετά, καταφτάνουν πρόσφυγες από την Χίο, το Αϊβαλί και την Πελοπόννησο. Το 1867, κατακαλόκαιρο, έχουμε την άφιξη 600 «προσφύγων εκ Κρήτης φυγόντων την μάχαιραν του εχθρού και ζητούντων προστασίαν και περίθαλψιν». Το 1922-23 είναι η σειρά εκατοντάδων προσφύγων από τη Μικρά Ασία.

Στολίσματα του Περικλή

Ζωγραφιές: http://opseistoukosmou.wordpress.com/diakrisi/stolismata/

(τ.2, σελ.150, 151, 154, τρίτομο Σπ) «Η πλώρη το ιερότερο τμήμα του καραβιού, φιλοξενεί την προσωποποιημένη ψυχή του, που διώχνει τα κακά, προστατεύει το πλήρωμα, φέρνει πλούτο και αφθονία αγαθών, δίνει δύναμη στους καραβοκυραίους και χαρίζει νίκες σε περίπτωση πολέμου». (…)

Η περιγραφή των στολισμάτων του «Περικλή» είναι εκτενέστερη και περισσότερο αναλυτική των απεικονίσεων και της σημασίας τους. Στο ημικύκλιο (καθρέφτη), γράφει ο Χ΄΄Ανάργυρος, είχε τα εξής ανάγλυφα: αριστερά και προς τα πάνω ήταν η θεά Τύχη Τυφλή, κρατώντας το κέρας της Αμαλθείας, από το οποίο έπεφταν χρυσά και αργυρά «κερμάτια». Επάνω από αυτήν ήταν τοποθετημένος ο «Κερδώος» Ερμής με το «κηρύκειον» στα χέρια φορώντας το φτερωτό του καπέλο. Στη μέση του θυρεού (κορωνίδα της πρύμης) παριστανόταν ο Ποσειδώνας «διαδηματοφόρος» μέσα σε ένα πλατύφυλλο όστρακο στολισμένο από όλες τις μεριές με όλα τα παράσημα του θαλασσινού θεού, τρίαινα… κλπ. Στη δεξιά πλευρά στεκόταν ο θεός Έρωτας με τη φαρέτρα του, σημαδεύοντας «επί του κατόπιν ερχομένου και καταλήγοντος Ηρακλέους», ο οποίος κρατούσε στα χέρια το ρόπαλο και είχε στους ώμους τη λεοντή.

Στόλος ετοιμάζεται να φύγει

Σελίδα απο “Κλασικά Εικονογραφημένα”.

Τούρκος μετράει το πλοίο

Ζωγραφιές: http://opseistoukosmou.wordpress.com/kyriarxia/tourkos-metraei/

(σελ. 92-93 Παρασκευαίδης) «… καθώς ο Καπουδάν πασάς Χουσέιν, στις αρχές του 19ου αιώνα, έκανε περιοδεία στο Αιγαίο πέλαγος, του έγινε καταγγελία πως στις Σπέτσες κατασκευάζονται µεγάλα πολεµικά πλοία για να τα χρησιµοποιήσουν σε νέα κατά του Σουλτάνου επανά­σταση. Ο Καπουδάν πασάς, µόλις το έµαθε, συνοδευόµενος από τον υδραίο Γ. Βούλγαρη, στον οποίο αποδίδεται η καταγγελία, κατευθύνεται στις Σπέτσες, όπου πράγµατι οι αδελφοί Ιωάννης και Θεόδωρος Μέξης ετοίµαζαν ένα µεγάλο καράβι µήκους τρόπιδας (καρίνας) 120 αγγλικών ποδών (σαράντα περίπου πή­χεων). Ο Ιωάννης Μέξης, µόλις εµφανίστηκε η τουρκική ναυαρ­χίδα, φοβήθηκε τις συνέπειες και έσπευσε να καταφύγει στο Λε­ωνίδιο, από όπου καταγόταν. Ενώπιον του Τούρκου ναυάρχου παρουσιάζεται ο νεώτερος αδελφός του Θεόδωρος και προσπα­θεί να δικαιολογηθεί για το µέγεθος του σκάφους. Ο Χουσέιν µετράει το µάκρος του πλοίου και διαmστώνει ότι ήταν πράγ­µατι µεγαλύτερο από το όριο που είχε βάλει η τουρκική διοίκη­ση. Αντί όµως να τιµωρήσει τους παραβάτες, ως ναυτικός που ήταν ο ίδιος, θαύµασε την οµορφιά και το µέγεθος του σκαριού και επέτρεψε στους Σπετσιώτες να το αποτελειώσουν, δίνοντας µάλιστα την ευχή του να είναι καλοτάξιδο και να αποφέρει µε­γάλα κέρδη στους ιδιοκτήτες του. Δεν παρέλειψε βέβαια να πά­ρει από τους Μέξηδες και τα δώρα που απλόχερα του πρόσφε­ραν. Η ευνοϊκή αντιµετώπιση της περίπτωσης αυτής από τον Χουσειν δεν οφείλεται µόνο στα δώρα που πρόσφεραν οι Μέξη­δες, αλλά και στην προσπάθεια του Τούρκου ναυάρχου να πεί­σει τους Έλληνες ναυτικούς ότι η Πύλη διάκειται ευνοϊκά απέ­ναντί τους γι’ αυτό και έχουν συµφέρον να ταξιδεύουν µε τουρ­κική σηµαία και προστασία αντί της ρωσικής.

Το περιστατικό αυτό περιγράφει και ο Ανάργυρος Χατζη­αναργύρου ως εξής: “Κατεµηνύθη εις την Οθωµανικήν Πύλην, αγνοείται πόθεν, ότι εν Σπέτσαις την αρειµάνιον (=πολεµοχαρή, φιλοπόλεµο) πάντοτε νήσον, είχε καταρτισθή ναύσταθµος επi­φοβος, ότι εκεί εναυπηγούντο πλοία ευµεγέθη και ισχυρά, ικα­νά δε προς πόλεµον· τούτου ένεκεν εκρίθη εύλογον και επάναγκες να επιπλεύση αυτός ο ίδιος Χουσείν Πασάς εν έτει 1803, όπως επισκεφθή αυτοίς όµµασιν ο πιστός του Σουλτάνου τον τόπον και να ερευνήση περί των εν αυτώ διατρεχόντων. Πλην δεν εύρεν ελθών, παρά ησύχους ανθρώπους περί τα ίδια έργα ασχολουµένους, δύω δε πλοία επί του ναυπηγείου, τα του Θεο­δωράκη Μέξη και του Χατζή Αναργύρου, άτινα και κατεµέτρη­σεν αυταίς χερσί· και ήσαν µεν των άλλων αληθώς ταύτα µεγα­λύτερα, ουχί όµως οποία εφηµίσθησαν, διό ευχαριστηθείς απήλθεν ο Οθωµανός Αρχιναύαρχος, καθησύχασεν δε και την εξουσίαν”.»

Φέσια στα καραμπούσια

Αφήγηση για το τέχνασμα, στις 8 Σεπτεμβρίου 1822, για να φαίνεται μεγαλύτερη η φρουρά του νησιού.

Φόνος της Μπουμπουλίνας

(σελ.76, Ανεξ.Σπ.) Αριστερά από το δρομάκι, στο βάθος απέναντι, βλέπουμε ακόμα ένα διατηρητέο. Εδώ σκοτώθηκε η Μπουμπουλίνα σ’έναν οικογενειακό καυγά. Ο γιός της από τον πρώτο γάμο, ο Γιώργος Γιάννουζας, είχε απαγάγει την Ευγενία Κούτση κι οι συγγενείς της ήρθαν να την πάρουν. Ανάβουν τα αίματα, η Μπουμπουλίνα τους βρίζει στ’αρβανίτικα, κάποιος πυροβολεί και τη σκοτώνει. Κατηγορήθηκε ο θείος της κοπέλλας, Ιωάννης Κούτσης, που φυλακίστηκε και κατόπιν αθωώθηκε.

Την βλέπουμε από πίσω, καδραρισμένη στο παράθυρο. Δίπλα το ζευγάρι. Από το παράθυρο οι διώκτες. Στην εικόνα φαίνεται και το δωμάτιο και το πλήθος (επίτηδες λανθασμένη προοπτική). Ή τρίπτυχο: απαγωγή – διώκτες – πυροβολούν.

Χαστούκι του Ανάργυρου

(σελ.115, Ανεξ.Σπ.)  Ένα επεισόδιο, το 1821, δείχνει την προσήλωσή τους στη μόρφωση και στην πατρίδα. Ο κατοπινός ιστορικός των Σπετσών Ανάργυρος Ανδρ. Χατζηαναργύρου, όταν ήταν οκτώ χρονών, ανεβαίνει με τον πατέρα του στο οικογενειακό πολεμικό πλοίο «Περικλής». Μετά το δείπνο, ο πατέρας τον ρωτά εάν ξέρει «εθνικά άσματα». Ο Χατζηανάργυρος αφηγείται τη συνέχεια: «Αφελέστατα απάντησα όχι. Τι μαθαίνεις λοιπόν στο σχολείο που σε στέλνω, ξαναρωτά αγριεμένος. Τον Λουκιανό, απαντώ κι αρχίζω να απαγγέλλω, ‘άρτι μεν επεπαύμην εις τα διδασκαλεία φοιτών’ κλπ. Στρέφεται τότε ο πατέρας στον επίσης οκτάχρονο Γιωργάκη που δούλευε στη κουζίνα του πλοίου. Εσύ τι ξέρεις; Γνωρίζεις τραγούδια της Επανάστασης; Αμέσως ο Γιωργάκης φούσκωσε το στήθος κι άρχισε να διασαλπίζει: ‘Φίλοι μου συμπατριώτες – Δούλοι νάμεθα ως πότε – των αχρείων Μουσουλμάνων – της Ελλάδος των τυράννων…’ οπότε ο πατέρας μου, δίχως να χάσει ούτε στιγμή, στρέφεται προς εμένα που είχα μείνει εμβρόντητος για του φίλου μου την τόλμη και τις γνώσεις και μου βαράει ένα χαστούκι». Το μήνυμα έλαβε και ο αρχαιολάτρης δάσκαλος του Ανάργυρου, ο Θεοφάνης Σιατιστεύς, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Κυνουρίας και Μαντινείας, κι άρχισε να του διδάσκει τα γεγονότα της εποχής του.

—–

Advertisements