Καρνάγια των Σπετσών

Άρθρο του δημοσιογράφου Κώστα Αργυρού.

Δημοσιεύτηκε (Ιούνιος 2010) στο «Saronic Magazine» που περιέχει επίσης ενδιαφέροντα άρθρα για τον Πειραιά και τα νησιά τού Αργοσαρωνικού. Μπορείτε να βρείτε άλλα άρθρα του στο http://kostasargyros.blogspot.com

Καλοκαίρι δίχως Σπέτσες απλά δεν ήταν καλοκαίρι. Αυτό θα μπορούσε να συνοψίσει με μια κουβέντα τα παιδικά μας χρόνια. Ηταν τότε, που αρχίζαμε να μετράμε τα παγωτά και τα μπάνια, ελπίζοντας να ξεπεράσουμε το ρεκόρ της περασμένης χρονιάς. Ανεμελιά, βόλτες στο λιμάνι για να χαζέψουμε με τις ώρες τα καϊκια και τις άμαξες. Και φυσικά το αποκορύφωμα, τα βράδια στο Παλιό Λιμάνι. Η διαδρομή κάτω από τα αρχοντικά των καραβοκύρηδων κι ύστερα το μέτρημα των σκαριών στα καρνάγια, το σκαρφάλωμα πάνω σε σανίδια, το κρυφτό πίσω από τους πορτοκαλί σκελετούς ή πίσω από φρεσκοβαμένα τρεχαντήρια, που περίμεναν να ξαναπέσουν στη θάλασσα. Ονειρα για το “ποιό θα αποκτήσω άμα μεγαλώσω”…
Αν η Ντάπια είναι κάτι σαν την καρδιά των Σπετσών, τότε το Παλιό Λιμάνι με τους ταρσανάδες του είναι η ψυχή τους και η ζωντανή ιστορία τους. Εκεί θα μαθαίναμε αργότερα, πως ναυπηγήθηκε ο μισός σχεδόν στόλος των πλοίων της επανάστασης. Εκεί έσπρωξαν για πρώτη φορά στο νερό τον “Αγαμέμνονα” της Μπουμπουλίνας. Από εκεί, από το φυσικό λιμάνι του νησιού εξορμούσαν εκατοντάδες ιστιοφόρα τα χρόνια της μεγάλης ακμής του εμπορίου τον 19ο αιώνα.
Κι εκεί κάθε τέλη Αυγούστου ξεκινούσαν οι προετοιμασίες για να φτιαχτεί το ομοίωμα της τουρκικής Αρμάτας, που θα καιγόταν μετά το δεύτερο Σαββατοκύριακο του Σεπτέμβρη, που σηματοδοτούσε ταυτόχρονα ότι το καλοκαίρι πέρασε οριστικά και ανοίγουν τα σχολεία. Εκεί στα καρνάγια φτιάχτηκε το 1984 και η σύγχρονη “Αργώ” που ονειρεύτηκε και κατάφερε να ρίξει στην θάλασσα ένας ονειροπόλος Ιρλανδός, που είχε βάλει στόχο να μιμηθεί τον Ιάσονα, κάνοντας πάλι τις Σπέτσες να “παίξουν” στις ειδήσεις σε πολλές χώρες της Ευρώπης.
Μπορεί οι σύγχρονες Σπέτσες να απέκτησαν αίγλη, κύρος και χρήμα χάρις στον τουρισμό, όμως αυτοί που της εξασφάλισαν για πάντα μια θέση στα βιβλία της ιστορίας ήταν οι καραβομαραγκοί της, που κάποτε συναγωνίζονταν ισάξια τους συναδέλφους τους μαστόρους στα μεγαλύτερα ναυπηγεία της Ελλάδας, στη Σύρο.
Η τέχνη της ξυλοναυπηγικής κρατάει αιώνες στο νησί και αποτελεί το σημαντικότερο ίσως στοιχείο της ταυτότητας του. Από γενιά σε γενιά τα μυστικά αλλά και οι ιεροτελεστίες μεταδίδονταν στους νεότερους, που συνέχιζαν την παράδοση και βελτίωναν και τις επιδόσεις των σκαριών όσο βελτιωνόταν και η τεχνολογία και τα υλικά. Βιβλία έχουν γραφτεί και έχουν υμνήσει αυτή την τέχνη, που κάποτε ήταν εγγύηση επαγγελματικής σταδιοδρομίας για όσους αποφάσιζαν να την υπηρετήσουν.
Ακόμα και στον 20ο αιώνα και με την είσοδο της ντηζελομηχανής στη ναυσιπλοϊα, «οι Σπέτσες παρέμειναν ένα από τα λίγα ναυπηγοξυλουργικά κέντρα, που συνέχισαν την παράδοση κατασκευάζοντας τα σκαριά του αιώνα, τα περίφημα δίστηλα καραβόσκαρα και τα ονομαστά σπετσιώτικα τρεχαντήρια» όπως γράφει η Μαρίκα Μπουζουμπάρδη, έστω και αν μετά τον πόλεμο περιόρισαν την δραστηριότητα τους στην ναυπήγηση σκαφών για ψάρεμα και αναψυχή.
Σήμερα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Και δεν εννοούμε μόνο τα τελευταία χρόνια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Τα συνθετικά ελαφριά υλικά αντικατέστησαν το ξύλο και οι παραγγελιές των ξύλινων σκαριών έμειναν υπόθεση μόνο κάποιων “μερακλήδων” της θάλασσας. Τα παιδιά των καραβομαραγκών άρχισαν να στρέφουν αλλού το νου τους. Αυτοί που έχουν απομείνει πια να ασκούν την τέχνη είναι μετρημένοι στα δάχτυλα. Ελπίζουν περισσότερο σε επισκευές παρά σε νέες παραγγελίες. Αναγκάζονται να κάνουν και άλλα επαγγέλματα για να εξασφαλίσουν την επιβίωση. Μέσα στη Μπάλτιζα, τον κλειστό μικρό κολπίσκο θα δεις πια πολλά καϊκια, που φαίνεται ότι έχουν μήνες να ανοιχτούν στη θάλασσα. Οι “πελάτες”-ψαράδες έχουν λιγοστέψει και πολλά σκαριά, που άλλοτε εκτελούσαν το δρομολόγιο προς την Κόστα, συνδέοντας το νησί με την Πελοπόνησσο έχουν πια αποσυρθεί, παραχωρώντας τη θέση τους στα θαλάσσια ταξί.
Aυτοί, που επιμένουν ακόμα να ασκούν την τέχνη έχουν να αντιμετωπίσουν εκτός από τις οικονομικές δυσκολίες και κάποια γραφειοκρατικά κωλύματα. Το καθεστώς του αιγιαλού παραμένει μάλλον ασαφές, το Λιμενικό Ταμείο εξακολουθεί να εισπράττει ενοίκια, αλλά κάποιοι δεν κρύβουν ότι θα προτιμούσαν να μην έχουν τα καρνάγια δίπλα στις ταβέρνες και στα μπαρ, που επιδιώκουν να γοητεύσουν τους επισκέπτες τους με την εγγύτητα στο κύμα.
Για αυτούς που προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την παράδοση ο αγώνας αποδεικνύεται συχνά άνισος. Βουλευτές, υπουργοί, “αρμόδιοι” έχουν ακούσει το πρόβλημα αλλά δεν παίρνουν πρωτοβουλία. Ανθρωποι, σαν τον Αλέξανδρο Μπούφη, που αγωνίζονται να κρατήσουν ζωντανή αυτή την κληρονομιά μας τονίζουν ότι οι ταρσανάδες υπήρχαν στο νησί τουλάχιστον από τον 6ο μ.Χ. Τα απομεινάρια τους ήταν ορατά μέχρι τα χρόνια της επανάστασης. Και θυμίζουν τα γραπτά του ιστορικού Αναστάσιου Ορλάνδου, από το 1877 ότι “ουδεμία δε αμφιβολία ότι και εν τη θέσει ταύτη, μικρά ολιγοδάπανος ανασκαφή, τα πάντα θέλει ανακαλύψει.”
Αλλά μια τέτοια ανασκαφή, που θα φέρει στην επιφάνεια ένα μνημείο της ελληνικής ναυτικής ιστορίας φαίνεται να σκοντάφτει σε διάφορα εμπόδια με πρώτα την έλλειψη πολιτικής θέλησης αλλά και χρήματος. Οπως φαντάζει άπιαστο για την ώρα το όνειρο του Αλέξανδρου να κατασκευαστεί πάλι ένα δικάταρτο ιστιοφόρο βρίκι, σαν τα εμπορικά που πολέμησαν μετά στην επανάσταση, το οποίο θα μπορούσε να στηριχτεί σε σχέδια που υπάρχουν στο Μουσείο των Σπετσών και να αξιοποιηθεί για εκπαιδευτικούς αλλά και τουριστικούς σκοπούς.

INFO
Ταρσανάς, καρνάγιο, ναυπηγείο

Ο όρος “καρνάγιο” έχει την ίδια ρίζα με τον όρο ‘καρένα’ (ιταλικής προέλευσης) δηλαδή το μέρος του πλοίου που είναι κάτω από το νερό, τη γάστρα. Εκεί κολλάνε φύκια και κοχύλια που πρέπει να καθαρίζονται. Τα φέρναν στα ρηχά νερά της ναυπηγικής ζώνης, τα γέρνανε στο πλευρό τους και τα ‘καρενάριζαν’. Άρα όταν μιλάμε για ‘καρνάγια’ εννοούμε τους χώρους όπου ναυπηγούν και επισκευάζουν παραδοσιακά ξύλινα σκάφη. Άλλος όρος που χρησιμοποιείται γι’ αυτούς τους χώρους είναι ο “ταρσανάς” (από το arsenale, ναυπηγείο για πολεμικά πλοία). Άρα αυτοί οι δυο όροι αφορούν “ναυπηγεία” παραδοσιακού τύπου. Όμως ο όρος ‘ναυπηγείο’, όπως χρησιμοποιείται σήμερα, αφορά μεγαλύτερες εγκαταστάσεις όπου κατασκευάζουν μεταλλικά ή πλαστικά σκάφη.

± Περισσότερες πληροφορίες για τις Σπέτσες αλλά και για την ξυλοναυπηγική τέχνη στο βιβλίο του Πέτρου Χαριτάτου “Ανεξερεύνητες Σπέτσες”.
±Υπάρχει φυσικά και η έκδοση του Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών (2002), “Η ξυλοναυπηγική τέχνη των Σπετσών” από τον ιστορικό Γιώργο Σταματίου.
±Το Ιστορικό Αρχείο Σπετσών διοργανώνει διημερίδα στο νησί με θέμα τη ναυτιλία στις 2 και 3 Ιουλίου.

—–

Advertisements