Ο Παπουλάκος στις Σπέτσες και στο Κρανίδι

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΑ τεύχη 93 και 94 ΤΟΥ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟΥ «ΣΠΕΤΣΙΩΤΙΚΗ ΗΧΩ» (Ιούλιος – Δεκέμβριος 2005). Έρευνα Κώστα Ν. Κουλαλόγλου, Προέδρου Ένωσης Σπετσιωτών.

Περιεχόμενα:

α. Γεγονοτα πριν τη συλληψη του Παπουλακου
β. Γεγονοτα απο τη συλληψη του Παπουλακου και υστερα
γ. Ο τυπος της εποχης
δ. Τι εγραψαν για τον Παπουλακο

Εισαγωγή

Άραγε, ποιός Σπετσιώτης δεν έχει ακούσει από τους παπούδες του για τον ερχομό του μοναχού-κήρυκα Παπουλάκου στο νησί μας;

Ποιός δεν έχει ακούσει για τα «σιδερένια πουλιά» που θα πετούν στον ουρανό, για τα «σύρματα» που θα δέσουν τον κόσμο και τόσα άλλα «προφητικά», που ακούγονται τόσο μακρινά, παράξενα, ίσως και απίθανα, σήμερα;

Είχαμε διαβάσει στο παλιό σπετσιώτικο περιοδικό «ΣΠΕΤΣΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ», (κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 1957 μέχρι τον Ιούνιο του 1959), το δημοσίευμα με τον τίτλο «Ο Αγιοπατέρας στις Σπέτσες – Προφητεία π’ αλήθεψε» του συμπατριώτη μας Ελευθέριου Νικ. Βρέλλου (1887-4.2.1975), εξαιρετικού λαογράφου και ιστορικού, ο οποίος, σε 12 συνέχειες, και ανάμεσα  σε πλήθος λαογραφικών στοιχείων και αναφορών σε ανθρώπους του νησιού μας, που έζησαν στα τέλη του 1800, γράφει, με το δικό του στυλ και με βάση διηγήσεις της «μπαρμπίλιας» του (δηλ. της θείας του), για τον ερχομό του Παπουλάκου στο νησί. Δυστυχώς, στη 12άτη συνέχεια (Ιούνιος 1959), η έκδοση του περιοδικού σταμάτησε και έτσι το δημοσίευμα δεν ολοκληρώθηκε. Αλλά και το πλούσιο, οπωσδήποτε, αρχείο του Ελ. Βρέλλου, ο οποίος έζησε τα παιδικά του χρόνια στις Σπέτσες και μετά εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, είναι άγνωστο αν και που μπορεί να βρίσκεται σήμερα.

Φωτογραφία τού Παπουλάκου, ίσως και η μοναδική, τραβηγμένη πριν το 1861.

Τα λίγα όμως αυτά που είχαμε διαβάσει στο ως άνω δημοσίευμα, αλλά κυρίως το γεγονός ότι βρήκαμε φωτογραφία του Παπουλάκου (σπάνια και ίσως η μοναδική, τραβηγμένη οπωσδήποτε προ του 1861)  στην Ι. Μ. Ευαγγελιστρίας, μεταξύ Ρηχειάς και Γέρακα, ήταν η αφορμή να ερευνήσουμε περισσότερο για τη ζωή και τη δράση του, δεδομένου ότι υπάρχει μεγάλη σχετική βιβλιογραφία για το πρόσωπό του, με θετικά αλλά και αρνητικά σχόλια, και γενικά επικρατεί μια πολυγνωμία και σύγχυση, ως προς το αν υπήρξε μια θρησκευτική φυσιογνωμία ή ένας δημαγωγός και λαοπλάνος.

Ενημερωτικά, υπενθυμίζουμε ότι τα παρατιθέμενα γεγονότα έλαβαν χώρα στα μέσα του 19ου αιώνα, επί βασιλείας Όθωνα (καθολικός το δόγμα) και επί πρωθυπουργίας του ναυάρχου Αντ. Κριεζή (από 12.12.1849 – 16.5.1854), όταν, μέσα σ’ ένα θολό πολιτικά τοπίο, οι έριδες μεταξύ των τριών ελληνικών κομμάτων (φιλορωσικού, φιλοαγγλικού και φιλογαλλικού), οι επεμβάσεις στα εσωτερικά μας των Βαυαρών και των Τριών Δυνάμεων στα εσωτερικά μας ζητήματα και οι συνωμοσίες των πολιτικών ήταν στο αποκορύφωμά τους.

Χωρίς να εισέλθουμε σε αξιολογικές κρίσεις για τη δράση του Παπουλάκου, κυρίως από το 1847 μέχρι το 1852, θα δώσουμε στους αναγνώστες μας κατ’ αρχήν κάποια σύντομα βιογραφικά του και στη συνέχεια, λόγω του όγκου του υλικού, θα παραθέσουμε μόνο αποσπάσματα από δημοσιεύματα, κείμενα και σχόλια της εποχής, αλλά και μετέπειτα, τα οποία, βασικά, αναφέρονται στη διέλευσή του από το Κρανίδι και τις Σπέτσες,

Επίσης, θέλουμε να διευκρινήσουμε ότι, ο τίτλος που έβαλε ο Ελευθ. Βρέλλος στο δημοσίευμα του στο περιοδικό «ΣΠΕΤΣΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ», δηλ. «Ο Αγιοπατέρας στις Σπέτσες», δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, διότι το προσωνύμιο Αγιοπατέρας είχε δοθεί σε άλλο μοναχό, Παπουλάκη οναμαζόμενο (και όχι Παπουλάκο), ο οποίος κατήγετο από την Ιθάκη ή την Ζάκυνθο, έδρασε στην περιοχή Τριποτάμων Καλαβρύτων λίγο μετά την Ελληνική Επανάσταση, κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο (1825-26) και χαρακτηρίζεται από τον Γ. Δ. Κορομηλά ως «ανίερος εκμεταλλευτής των δεινών της εποχής περιστάσεων, ψευδοκαλόγερος θησαυρίσας από τα αναθήματα των ευλαβών προσκυνητών τους οποίους κατόρθωνε να εξαπατά με παντοία τεχνάσματα» (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Π. Δρανδάκη). Ο Παπουλάκης, κατά τον Κορομηλά, έχοντας κοντά του νεαρή καλογριά, Αγιοπατέρισσα επονομαζόμενη, μεταξύ άλλων, επροφήτευε και υποδείκνυε στους ουκ ολίγους αμαθείς, θρησκόληπτους και ευκολόπιστους της εποχής, τον τρόπο για να σωθούν από τον κίνδυνο του Ιμπραήμ. Στις 25.9.1826 εσφάγη από τους Αιγύπτιους ιππείς του Ιμπραήμ, οι οποίοι, αφού πήραν όλους τους θησαυρούς, πυρπόλησαν το μοναστήρι των Τριποτάμων. Η δε Αγιοπατέρισσα, σύμφωνα με τον πρωτοσύγκελλο Φραντζή, με διαταγή του Ιμπραήμ επωλήθη ως αιχμάλωτος σε 18 Άραβες «…καταθείς έκαστος την αναλογίαν του…». Αυτή ήταν η τύχη του αγύρτη Παπουλάκη και της συντρόφου του.

Ας επανέλθουμε όμως στον Παπουλάκο και ας διαβάσουμε κάποια σύντομα βιογραφικά από εγκυκλοπαίδειες και άλλες δημοσιεύσεις.

1. Εγκυκλοπαίδεια ΠΑΠΥΡΟΣ-ΛΑΡΟΥΣ:

«ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΣ. Μοναχός ονομαζόμενος Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, εκ του χωρίου Άρμπουνα των Καλαβρύτων, γεννηθείς περί το 1790-95. Περί τα μέσα του 19ου αιώνος, αφού ίδρυσε μικρή μονή προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου εις το όρος Άρμπουνα, άσκησε δια του κηρύγματός του τεράστια επίδραση στις αγροτικές μάζες της Πελοποννήσου. Το κήρυγμά του ήταν μια διαμαρτυρία εναντίον της εισαγωγής νέων μορφών κοινωνικής πολιτικής, στρεφόταν δε εναντίον των φορέων των νέων αντιλήψεων. Οι αντιδράσεις της επίσημης Εκκλησίας και της πολιτικής εξουσίας κατά του κηρύγματός του, εξήψαν τα πνεύματα και ένοπλοι συγκεντρώθηκαν για να προστατεύσουν τον Παπουλάκο. Η Κυβέρνηση κινητοποίησε στρατό και στόλο, υπό τον Γενναίον Κολοκοτρώνη και τελικά, με προδοσία, πέτυχε την σύλληψη του Παπουλάκου στις 23.7.1852 [σημ. συντ.: η ορθή ημερομηνία είναι 24.6.1852], τον οποίον φυλάκισε στις φυλακές του Ρίου. Η πολιτεία απέφυγε τη δίκη του Παπουλάκου και τον παρέδωσε δέσμιο στην Ιερά Σύνοδο, η οποία τον κατεδίκασε σε ισόβια κάθειρξη στη Μονή Παναχράντου, στην Άνδρο, όπου τον επισκεπτόταν πλήθος κόσμου. Εκεί πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 1861.

2. Εγκυκλοπαίδεια ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗ:

«…Ο Παπουλάκος προκάλεσε έξαψη και φανατισμό στην Πελοπόννησο με στασιαστικές ταραχές το 1852, διδάσκων ότι όλα τα δεινά της χώρας προέρχονταν από την ετεροθρησκεία των βασιλέων [σημ. συντ.: Kαθολικός ο Όθων, διαμαρτυρόμενη η Αμαλία]».

3. Από την εισαγωγή του βιβλίου “Ο αληθινός Παπουλάκος” του Ανδρέα Α. Νασιόπουλου, με καταγωγή από τα Άρμπουνα Καλαβρύτων (Αθήνα, 1984):

«Κατά τη διετία 1851-1852 στην Πελοπόννησο συνέβησαν πολλά και διάφορα γεγονότα με αφορμή το κήρυγμα του αείμνηστου μοναχού Χριστόφορου Παναγιωτόπουλου ή Παπουλάκου.

Τα γεγονότα αυτά, τα οποία, από το όνομα του παραπάνω μοναχού, πέρασαν στην ιστορία με το όνομα «Χριστοφορικά», στην αρχή μεν ήταν μικρά, αργότερα όμως, μέρα με τη μέρα, γίνονταν πιο σοβαρά, έφθασαν δε στο ανώτατο σημείο της έντασής τους κατά τους πρώτους έξι μήνες του 1852. Κατά την τελευταία αυτή περίοδο, εξαιτίας των μεγάλων και έντονων αυτών «Χριστοφορικών» γεγονότων, συγκλονίστηκε ολόκληρη η Ελλάδα και προπαντός ο Μοριάς.

Το κήρυγμα αυτό, καθαρά θρησκευτικό, είχε αρχίσει να γίνεται από το έτος 1847. Ένεκα της μεγάλης απήχησης του κηρύγματος αυτού και εξαιτίας της μεγάλης επιρροής που ασκούσε ο μοναχός στο λαό της Πελοποννήσου, το όνομα «Παπουλάκος» άρχισε να γίνεται σιγά-σιγά πιο γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Έγινε σχεδόν πασίγνωστο σ’ όλη την Ελλάδα κατά το πρώτο εξάμηνο του 1852, όταν ο Παπουλάκος άρχισε να ελέγχει με το κήρυγμά του αυτό, σαν άλλος Ιωάννης Πρόδρομος, και αυτόν ακόμη το νεαρό τότε βασιλιά Όθωνα για την αντικανονική ανάμειξή του σε εκκλησιαστικά και θρησκευτικά ζητήματα, που έθιγαν την Ορθοδοξία. Από τότε άρχισε και η δίωξή του».

4. Αποσπάσματα από το δημοσίευμα με τίτλο «Ο Αγιοπατέρας στις Σπέτσες» του Ελ. Βρέλλου (περιοδ. «ΣΠΕΤΣΙΩΤΙΚΑ ΝΕΑ» τ. 21, Μάρτ. 1959, 9η συνέχεια):

«…Ο ευλογημένος λοιπόν αυτός άνθρωπος του Θεού, ήταν ζωέμπορος, ή για άλλους «χασάπης» στο επάγγελμα, δουλεύοντας με τ’ άλλα αδέλφια του… Από πολύ μικρός, ήταν γνωστός για την μεγάλη προσήλωσή του στα θεία, τούτυχε όμως, σε ώριμη ηλικία, μια σοβαρή αρρώστεια… Όταν ανέλπιστα γιατρεύτηκε με το καλό, απέδωκε το πράγμα στη Θεία Δύναμη… Αποτράβηξε τότε το μερίδιό του απ’ την οικογενειακή επιχείρηση και το μοίρασε στη φτωχολογιά. Και, χωρίς να χάσει καιρό, έβαλε τα ράσα, γίνηκε καλόγερος κι’ άρχισε να κηρύττει το λόγο του Θεού. Πως τα κατάφερνε;… Ήξερε γράμματα; Κάτι θα ήξερ’ απ’ αυτά, αλλά λίγα… Μα το κήρυγμά του έκανε τόση μεγάλη εντύπωση στο λαό, που από παντού, απ’ όλα τα χωριά της περιφερείας του, τρέχανε να τον ακούσουνε και να τον παραδεχτούνε γι’  άγιο… Είχανε τόση και τέτοια πειστικότητα τα λεγόμενά του… Έκανε και θαύματα;… Έτσι διαδιδότανε… Πολλοί του καιρού του ισχυριζόντουσαν πως τα είχαν’ ιδεί με τα μάτια τους, και πως προφήτευε τα μέλλοντα να γενούνε… Με το να κηρύττει το Λόγο του Θεού και να θαυματουργάει, πήρε γύρω όλο το Μωρηά, και σαν έφτασε στην Τσακωνιά, αρριβάρισε και στις Σπέτσες. Ο μακαρίτης καπταν’ Αναστάσης Σπαχής, μου είχε διηγηθεί κάποτε, πως αυτός με το καΐκι του τον είχε μεταφέρει στο Νησί μας…

…Κι’ εχτός απ’ τ’ άλλα, ο Παπουλάκος, μέσα στα κηρύγματά του, κατηγορούσε πως βρισκόντουσαν πολλοί, και προπαντός απ’ τους “μεγάλους” που συνωμοτούσανε κατά της Χριστιανοσύνης κι’ εστέκονταν – κι’ εδώ προσέδιδε μεγαλύτερο τόνο – ενάντια της… Ορθοδοξίας. Εκείνον τον καιρό είχε συσταθεί κάποια Φιλορθόδοξη Εταιρία, που χαρακτηριζόταν από πολλούς σαν όργανο της πολιτικής της ομόδοξης Ρωσίας στον τόπο μας, και λεγότανε μάλιστα πως κι’ ο καλός μας καλόγερος ήταν όχι μονάχα φανατικός οπαδός, αλλά κι’ όργανό της. Είχε αρκετούς οπαδούς η οργάνωση αυτή, από ταπεινούς ανθρώπους κι’ από καθώς έπρεπε, κληρικούς και λαϊκούς, και είχε για κυριώτερο προορισμό να διαφυλάξει την Ορθόδοξη θρησκεία απ’ την επίδραση κάθε αντίθετης προπαγάντας. Καθόλου παράδοξο εάν συντάχτηκε μ’ αυτήν απ’ τον φανατισμό του στα Θεία, αλλά κι’ απ’ την επιπόλαιη μόρφωσή του. Και μαζί με το Θείον Κήρυγμα, στην ημερήσια διάταξη και το υβρεολόγιο… Έβλεπε, κι’ ενόμιζε και διακήρυττε σαν οχτρούς της Ορθοδοξίας και του περιούσιου του Κυρίου λαού, αρκετά πρόσωπα, σε περιωπή βρισκόμενα, τόσο στην Εκκλησία, όσο και στην Πολιτεία, που ακούγανε τον φιλιππικό του. Κι’ ότι, φράγκικα βασίλεια – κι’ απ’ όλα, στο ζήτημ’ αυτό, τάχε βάλει με την Αγγλία – συνωμοτούσανε να μας αλλάξουνε την πίστη και να μας κάνουνε… φράγκους. Και ήταν τέτοια η αντιπάθειά του στη τελευταία αυτή Δύναμη, που μια φορά, εκεί που κήρυττε σε μια πολίχνη της Πελοποννήσου, συμβουλευόμενος την Ιερά Σύνοψη, παρατήρησε ότι στο αναστάσιμο τροπάριο “αγγελικαί δυνάμεις επί το μνήμα Σου…”, στη λέξη “αγγελικαί” το γράμμα έψιλον (ε), μεταξύ των δύο γάμα (γγ) και του λάμδα (λ), είχε σβηστεί, ποιος ξέρει από ποιον λόγο, κι’ εδιαβαζότανε “αγγλικαί δυνάμεις επί το μνήμα σου…”. Και τότε ήταν που εξεμάνη ο θείος καλόγερος, αφού οι… αντίχριστοι είχαν το θράσος ν’ αλλάξουνε κι’ αυτήν την έννοια των “τροπαριών” της Χριστιανοσύνης… Και δεν φανταζόμαστε να νομίζει κανένας ότι δεν συμμεριζόντουσαν τη διαμαρτυρία του ρήτορα οι ακροατές του…

… Και μ’ αυτόν τον δυστυχισμένο πρώτο βασιληά μας, τον Όθωνα, τάχε βάλει ακόμα ο Παπουλάκος και τούσερν’ όσα δεν παίρνει ο αέρας. Και μαζί με τ’ άλλα… κολακευτικά επίθετα που του κόλλησε, τον αποκαλούσε και “ψωριάρικο γίδι”, κι’ ισχυριζότανε πως ένα μεγάλο μέρος της κακοδαιμονίας της η Ελλάδα το όφειλε στο “αλλόθρησκο” του βασιληά της…».

Μπάμπης Άννινος

5. To 1889, ο δημοσιογράφος και λογοτέχνης Χαραλάμπης (Μπάμπης) Άννινος (1852-1934), σε δημοσίευμά του, σε συνέχειες, στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ» (τόμος ΚΖ΄, φ. 691/26.3.1889) με τον τίτλο «Χρονικά της βασιλείας του Όθωνος – Ο Παπουλάκης», γράφει, μεταξύ πολλών άλλων σχετικών με τον βίο του μοναχού, και για τον ερχομό (μάλλον τον Μάρτιο του 1852) του Παπουλάκου στις Σπέτσες και στο Κρανίδι. O X. Άννινος στην εισαγωγή του κειμένου αλλά και μετέπειτα, ονομάζει Παπουλάκη Β΄τον Παπουλάκο, έχοντας, προφανώς, υπόψη του τον Παπουλάκη του 1826. Παραθέτουμε αποσπάσματα από το κείμενο:

«… Εν τη νήσω των Σπετσών ο Χριστόφορος εύρεν ενθέρμους και ειλικρινείς θιασώτας, το δε κήρυγμά του εκαρποφόρησεν αυτόθι όσον ίσως ουδαμού. Οι τραχείς εκείνοι ναυτικοί, οι εκ της ιστιοφόρου ναυτιλίας ανέκαθεν αποζώντες, μετ’ ευνοήτου ευαρεσκείας ήκουον τον μοναχόν κακίζοντα την πρόοδον και αναθεματίζοντα τας «καρότσας του Διαβόλου» [σημ. συντ.: ο Παπουλάκος εννοούσε προφανώς τα τροχήλατα πλοία]. Άλλωστε οι κάτοικοι των ναυτικών τόπων, ως μετερχόμενοι επάγγελμα επικίνδυνον και συχνάκις αναγκαζόμενοι να επικαλώνται την θείαν αντίληψιν, είνε λίαν θεοσεβείς, αυστηρώς προσηλωμένοι εις τα θρησκευτικά παραγγέλματα και τους τύπους της εξωτερικής λατρείας. Ώστε εις τοιούτον ακροατήριον εύρισκον ηχώ οι λόγοι του μοναχού και αι εισηγήσεις του περί των διενεργουμένων, δήθεν, κατά της θρησκείας επιβουλών. Εννοείται ότι, η εις την αγιότητα του Παπουλάκη πίστις ου μόνον επεξετάθη και αυτόθι [σημ. συντ.: εννοεί στις Σπέτσες] αλλά και εις το κατακόρυφον έφθασεν. Το ράσον του κήρυκος ανηλεώς κατεκερματίζετο υπό του όχλου και τα τεμάχια αυτού, ευσεβώς διανεμόμενα, εθαυματούργουν εις την ζύμωσιν του άρτου, εις την αλιείαν και εις την θεραπείαν πάσης νόσου και πάσης μαλακίας. Μάλιστα οι κάτοικοι των Σπετσών υπερηκόντισαν όλους τους άλλους θιασώτας του Παπουλάκη ως προς την απεριόριστον εις αυτόν πίστιν, διότι μη αρκούμενοι εις το ράσον και εις τας τρίχας του γενείου του, επίστευον ότι και αυτοί οι λίθοι, εφ’ ών ο κήρυξ επάτησε παρά την παραλίαν όπως επιβιβασθή εις την λέμβον την ημέραν της αναχωρήσεώς του, εκέκτηντο θαυματουργούς ιδιότητας και δη του να επιταχύνωσι και αυτοί την ζύμωσιν του άρτου. Οι άγαν ευσεβείς διετείνοντο ότι έβλεπον καθ’ ύπνους τον Χριστόφορον παραγγέλοντα αυτοίς να ποιήσωσι τούτο ή εκείνο. Ένας δε εξ αυτών ανεκοίνωσεν ότι φανείς αυτώ ο άγιος μοναχός τον διέταξε ν’ ανορύξη φρέαρ εις το τέως άνυδρον ανατολικομεσημβρινόν μέρος της νήσου [σημ. συντ.: πιθανώς αναφέρεται στο και σήμερα υπάρχον πηγαδάκι, στη στροφή προς Κουζουνό]. Επειδή δε συνέπεσε, τω όντι παραδόξως, ν’ ανευρεθή αναβλύζον ύδωρ πόσιμον κατά το μέρος εκείνο, διελαλήθη μετά βοής το θαύμα και το ύδωρ του φρέατος εθεωρείτο ως αγίασμα παρά των πιστών.

Ο αυτός ενθουσιασμός ανεπτύχθη υπέρ του Παπουλάκη και εις την αντίκρυ στερεάν της Ερμιονίδος, όπου εκήρυξεν. Ο αλβανόφωνος πληθυσμός του Κρανιδίου και δια δημοτικών διστίχων ηύχετο να πάθη τύφλωσιν και παράλυσιν και παντοία άλλα χειρότερα κακά πας ο μη αγαπών τον “Παπού”. Εκεί ο Χριστόφορος εχρησιμοποίησε και νέον είδος άμβωνος δια τας εν υπαίθρω ομιλίας του, μη υπάρχοντος δε εξώστου ή εξέδρας ανήρχετο ή ανεβιβάζετο εις δένδρον και εκείθεν ελάλει προς τους ακροατάς. Προς τα δένδρα και μετά την αναχώρησιν του κήρυκος, οι Κρανιδιώται έτρεφον μέγαν σεβασμόν και επιμελώς περιποιούντο αυτά και τα εφωταγώγουν μάλιστα κατά πάσαν νύκτα. Βραδύτερον όμως – φευ! της μεταβολής των ανθρωπίνων – αφού ο Παπουλάκης συνελήφθη και επήλθεν ύφεσις ή και αντίδρασις εις την έξαψιν, οι μεταμεληθέντες ή θέλοντες πιθανώς να εξευμενίσωσι την εξουσίαν δια την πρώτην αυτών απείθειαν, επυρπόλησαν πανηγυρικώς τινα των αθώων τούτων δένδρων! Συνήθιζον επίσης εν Κρανιδίω ν’ ανεγείρωσι μικρόν βωμόν εκ λίθων πηγνύοντες επ’ αυτού σταυρόν εις τα μέρη όπου εκήρυξεν ο Χριστόφορος, προς ανάμνησιν.

Η αφοσίωσις και ο ζήλος υπέρ του Παπουλάκη των κατοίκων της ειρημένης επαρχίας είχε και τούτο το ιδιάζον, ότι διετηρήθη αμείωτος και εξεδηλώθη μάλιστα σφοδρός και απειλητικός και μετά την αναχώρησιν του Παπουλάκη. Ήδη, ο μοναχός είχεν απέλθει εις Λακωνίαν και το φλογερόν του κήρυγμα αντήχει εκεί εξεγείρον τα πλήθη, ότε εν Ύδρα, εν Σπέτσαις και εν Κρανιδίω απροκαλύπτως εξεδηλούντο αι συμπάθειαι υπέρ αυτού. Αφού δε η Κυβέρνησις απεφάσισε να προβή εις σύντονα μέτρα προς καταστολήν των εν Λακωνία ταραχών και στρατεύματα εστάλησαν εις Μάνην προς σύλληψιν του ταραξίου, ο εν Σπέτσαις και Κρανιδίω ερεθισμός των οπαδών του Παπουλάκη έλαβεν επιφόβους διαστάσεις. Λιτανείαι διενηργούντο υπέρ αυτού και παίδες μετά γυναικών εξερχόμενοι την νύκτα μετά λαμπάδων  περιήρχοντο τας οδούς κράζοντες το “Κύριε ελέησον”!. Οι ιερείς έπαυσαν μνημονεύοντες το όνομα του βασιλέως, μνημονεύοντες απεναντίας το όνομα του Χριστοφόρου “ως ορθοτομούντος τον λόγον της αληθείας”. Tα σημεία της θείας οργής κατά των δυσσεβών καταδιωκτών του αγίου ανδρός ήσαν φανερά. Εν Ύδρα και εν Σπέτσαις εσείοντο αυτομάτως αι κανδήλαι των ναών και εδάκρυον εικόνες, πλείστα δε άλλα τοιαύτα θαύματα διεσάλπιζε καθημερινώς η δεισιδαίμων φήμη. Οι νοήμονες αναγνώσται μειδιώσι βεβαίως αναγιγνώσκοντες ταύτα, αλλά δεν πρέπει ν’ απορώσι δια την επικρατούσαν τότε παχυλήν ευπιστίαν…

… Αφορμήν εις τον παροξυσμόν έδωσαν τα μέτρα της Συνόδου. Η Κυβέρνησις μη περιορισθείσα εις την αποστολήν στρατιωτικής δυνάμεως εις Λακωνίαν προς καταστολήν της εξεγέρσεως, ηθέλησε να μεταχειρισθή και μέσα πνευματικά για να ηρεμήσει τα πνεύματα και καταπολεμήση την πλάνην. Δια τούτο η Ιερά Σύνοδος, δια πράξεως αυτής, περιώρισεν τον παρακούσαντα την διαταγήν της μοναχόν Χριστόφορον εις την εν νήσω Θήρα μονήν του Προφήτου Ηλιού [σημ. συντ.: η διαταγή αυτή δεν εκτελέστηκε] και κατόπιν απεφάσισε να πέμψη εις τας διαφόρους επαρχίας, όπου επεκράτει ερεθισμός ένεκα του κηρύγματος του Παπουλάκη, ιεροκήρυκας` όπως δια καταλλήλων διδαχών νουθετήσωσι τ’ αποσκιρτήσαντα πρόβατα εις την ποίμνην. Εκλέχθησαν δε δια την αποστολή αυτήν κληρικοί όντως διαπρεπείς, πεπαιδευμένοι και ευφραδείς, όπως ο εις Λακωνίαν αποσταλείς Καλλίνικος ο Καστόρχης και ο Νεόφυτος Κωνσταντινίδης [σημ. συντ.: μετά την νέα εκκλησιαστική διαίρεση της Ελλάδος (21 Σεπτεμβρίου 1852), εξελέγη πρώτος Επίσκοπος Ύδρας και Σπετσών] ο αποσταλείς εις την επαρχίαν Σπετσών και Ερμιονίδος. Την 15η Μαΐου 1852, η Σύνοδος  απέστειλε εγκύκλιον, αποτεινομένην κυρίως προς τον εν Λακωνία ιερόν κλήρον και τον λαόν, με την παραγγελίαν όπως αναγνωσθή εις τας εκκλησίας και δημοσιευθή. Της εγκυκλίου ταύτης παραθέτω περικοπάς τινας, διότι και εξ αυτών φαίνεται ότι αντιδυναστικός απεδίδετο σκοπός εις το εν Λακωνία κίνημα [σημ. συντ.: παραθέτουμε αποσπάσματα από την εγκύκλιο αυτή]:

«Προς τον κατά την Λακωνίαν ιερόν κλήρον και πάντα τον ευσεβή και περιούσιον αυτής Λαόν.

Περιήλθε εις την ακοήν της Συνόδου ότι ο εκ Καλαβρύτων μοναχός Χριστόφορος, αναδειχθείς κήρυξ και απόστολος αυτοχειροτόνητος, περιέρχεται από τόπου εις τόπον κηρύσσων δήθεν τον θείον λόγον και υπό το πρόσχημα τούτο λήρους ασέμνους και σκανδαλώδεις εξερευγόμενος, διαστρέφει δι’ αυτών την γνησίαν του θείου Ευαγγελίου διδασκαλίαν, καθιστών αυτήν νυν μεν γελοίαν νυν δε ως πολεμίαν εις τας καθεστώσας ημών και δι’ αυτού παρασύρων τους απλουστέρους εις πολλά άτοπα και εμπνέων εις τας κεφαλάς αυτών ιδίας τω όντι αντιχριστιανικάς και αντιθέους.

Ο μοναχός Χριστόφορος προσκληθείς υπό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος από του παρελθόντος Οκτωβρίου μηνός [σημ. συντ.: του έτους 1851] ευμενώς πάνυ ίνα δώση λόγον περί της διδασκαλίας του, ηπείθησε και ου κατεδέξατο ελθείν, αλλά το γήρας και τον χειμώνα προφασιζόμενος απήλθεν εις το ησυχαστήριον αυτού [σημ. συντ.: πρόκειται περί της Μονής που έχτισε περί το 1845 ο Παπουλάκος, αφιερωμένης στην Κοίμηση της Θεοτόκου, 2 χλμ. περίπου έξω από το χωριό του Άρμπουνα], έπειτα δ’ αίφνης αναφαίνεται πάλιν υπό μηδενός σταλείς, και περιέρχεται συνταράσσων τον ορθόδοξον λαόν και σπερμολογών…

…Τούτων περιελθόντων εις την ακοήν της Συνόδου, προσεκάλεσε και αύθις αυτόν να παρουσιασθή εις την Σύνοδον προς απολογίαν, αλλ’ ούτος ου μόνον και πάλιν ηπείθησεν αλλά και εις ατόπους φλυαρίας εξετραχηλίσθη… Ο Χριστόφορος δια της αυθαιρέτου ταύτης διδασκαλίας του κακίζων και αρχάς και νόμους και καθεστώτα ενώπιον του λαού, παρασύρει τους απλουστέρους εις παρεκτροπάς αξιοποίνους, εις αυθάδειαν αξιόποινον, καθ’ ήν αντί να υπακούωσιν ως χριστιανοί εις τους παρά της νομίμου αρχής τεθειμένους νόμους, αυθαδώς τολμώσιν αυτοί να επιβάλλωσι την ανόητον και άδικον και βλαβεράν αυτών θέλησιν εις τας αρχάς, διεγείροντες κατ’ αυτών την δικαίαν οργήν της νομίμου αρχής…

…Ώστε η διδασκαλία του Χριστόφορου τοιαύτη ούσα, ου μόνον αντίκειται εις την γνησίαν του Θείου Ευαγγελίου διδασκαλίαν, και δια τούτο εστί παράνομος και άκυρος και ουδεμίαν πνευματικήν ωφέλειαν δύναται να φέρη, αλλά και σωματικών ποινών και προσκαίρων δεινών εις τους ακροωμένους αυτήν κινδυνεύει να γίνη πρόξενος.

Ταύτα αναλογιζομένη η Ι. Σύνοδος, … αυτώ μεν απηγόρευσεν όλως ίνα μη διδάξη του λοιπού, μέχρις ότου εμφανισθεί εις την Σύνοδον και δώσει λόγον της διδασκαλίας του και αποσταλή ούτω νομίμως παρά της προσηκούσης εκκλησιαστικής Αρχής, αν ευρεθή ικανός εις την ιεράν ταύτην διακονίαν του κηρύγματος. Άλλως δε πράττων, δικαίως θεωρείται ως αντάρτης της Εκκλησίας, ως αδόκιμος και απόβλητος…

… Ως χριστιανοί λοιπόν, ως τέκνα γνήσια της Ορθοδόξου Εκκλησίας και ως αγαθοί πολίται και φίλοι της πατρίδος ημών, πείθεσθε μετά ταπεινώσεως εις τας καθεστώσας αρχάς, τιμάτε δια της εννόμου διαγωγής σας τον τρισέβαστον και γαληνότατον ημών Βασιλέα, όν κατέστησεν η πατρική του Θεού πρόνοια, ως στύλον αρρωγή βαστάζοντα ακλόνητον το αγλαόν οικοδόμημα της ελευθερίας και αυτονομίας της Πατρίδος ημών, σέβεσθε τους κειμένους νόμους μη παρασυρόμενοι από τους λόγους πονηρών και κακοβούλων ανθρώπων εις απείθειαν και παρεκτροπάς, αίτινες φέρουσι ζημίαν μεν εις όλην την Πατρίδα, όλεθρον δε ψυχικόν και σωματικόν εις τους αυτουργούς τούτων…

… Εν Αθήναις τη 15η Μαΐου 1852, ο Μητροπολίτης Αθηνών και Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου Νεόφυτος, ο Καλαβρύτων Βαρθολομαίος και ο Αιγίνης Σαμουήλ. Ο Γραμματεύς Αρχιμανδρίτης Μιχαήλ Αποστολίδης».

Εγκύκλιος 878215.5.1852 Υπ. Εσωτερικών προς τους Νομάρχες του Κράτους.

6. Η εγκύκλιος υπ’ αριθ. 8782/15.5.1852 του Υπουργείου Εσωτερικών προς τους Νομάρχες του Κράτους, αναφέρει:

«ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, προς τους Νομάρχας του Κράτους

Περί του μοναχού Χριστοφόρου

Μοναχός τις, Χριστοφόρος καλούμενος, περιερχόμενος από τινος καιρού εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, εκήρυττεν αυτόκλητος και άνευ αδείας της Ιεράς Συνόδου. Επειδή δε, εκτός τούτου, κατεφέρθη διδάσκων κατά τε της παιδείας και των κειμένων νόμων, προσέτι δε και βλασφημίας εξέφερε κατά των υπό της εκκλησίας παραδεδεγμένων, η Ιερά Σύνοδος του Βασιλείου, απηγόρευσεν εις αυτόν ολοτελώς το ιεροκηρύττειν, ως άνευ τινός αδείας, ούτε συνοδικής, ούτε αρχιερατικής, αναδεξάμενον αυτοκλήτως και αυθαιρέτως το υψηλόν τούτο έργον, καθό αντικειμένης της τοιαύτης διαγωγής αυτού εις τους ιερούς κανόνας και τας εκκλησιαστικάς διατάξεις, γράψασα να δηλωθή αυτώ η απαγόρευσις και ότι δεν τω επιτρέπεται να διδάξη του λοιπού ούτε εντός, ούτε εκτός των ιερών ναών, έως ότου εμφανισθείς εις την Ιεράν Σύνοδον, αποδώση λόγον του κηρύγματός του, αλλ’ ούτος εναντίον των διαταγών της εκκλησίας, μεταβάς εις την επαρχίαν Γυθείου, εξηκολούθη το κήρυγμα του.

Η Ιερά Σύνοδος πληροφορηθείσα την αλήθειαν και την διαγωγήν του, απήγγειλε δια συνοδικής πράξεως την απαγωγήν αυτού εις την επί της νήσου Θήρας διατηρουμένην μονήν του προφήτου Ηλιού [σημ. συντ.: Στη μονή της Θήρας ο Παπουλάκος δεν μετεφέρθη ποτέ] και τον εν ταύτη τη μονή περιορισμόν του, η δε Κυβέρνησις της Α.Μ. έλαβεν ήδη τα ανήκοντα μέτρα δια να εκτελεσθώσιν αι αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου.

Ταύτα σας κοινοποιούμεν, Κύριοι, προς γνώσιν σας.

Εν Αθήναις την 15η Μαΐου 1852, ο Υπουργός Α. Σ. Δανόπουλος».

Α. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ

Βρισκόμαστε στο Μάιο του 1852, όταν ο Παπουλάκος, μετά το κήρυγμά του στις Σπέτσες και στο Κρανίδι (περί τα τέλη Μαρτίου), βρισκόταν πια στη Λακωνία, καταδιωκόμενος από στρατιωτική δύναμη, που προσπαθούσε να τον συλλάβει. Όμως, και μετά την αναχώρησή του από το νησί μας, η πίστη και η αφοσίωση των κατοίκων του προς το πρόσωπό του διατηρήθηκε αμείωτη. Έτσι, μετά τις, από 15.5.1852, εγκυκλίους της Ι. Συνόδου προς τον λαό και του Υπουργείου των Εσωτερικών προς τους Νομάρχες του Κράτους (τις δημοσιεύσαμε στο προηγούμενο τεύχος), ξέσπασαν νέες ταραχές στις Σπέτσες από τους Παπουλακικούς.

1. Ας δούμε κάποια αποσπάσματα από δημοσίευμα του δημοσιογράφου και λογοτέχνη Χαραλάμπη (Μπάμπη) Άννινου (1852-1934), στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ» (τόμος ΚΖ΄, φ. 691/26.3.1889), δηλ. 27 χρόνια μετά τα γεγονότα, με τον τίτλο «Χρονικά της βασιλείας του Όθωνος – Ο Παπουλάκης»:

“… H τόσον ήμερος αυτή παραίνεσις της ανωτάτης εκκλησιαστικής αρχής [σημ. συντ.: εννοεί την ως άνω εγκύκλιο της Ι. Συνόδου] και η άφιξις του ιεροκήρυκος [σημ. συντ.: του Νεόφυτου Κωνσταντινίδη] εξόργισε τους φανατικούς, οι οποίοι διέδωσαν ότι η Σύνοδος δια της εγκυκλίου της απηγόρευε το βάπτισμα προ του εικοστού έτους της ηλικίας, την χρήσιν του αγίου μύρου και διέτασσε την κατάργησιν των νηστειών και την καθαίρεσιν των αγίων εικόνων. Τας μωράς ταύτας σπερμολογίας πιστεύσας ο όχλος εξηρεθίσθη σφόδρα, και αι λιτανείαι και κατάραι κατά των καταδιωκόντων τον Παπουλάκην εξηκολούθησαν απειλητικώτεραι. Σημειωτέον όμως ότι, και οι ιερείς εξήπτον έτι μάλλον τα πνεύματα διαδίδοντες ότι η Κυβέρνησις μετά της Ι. Συνόδου, εργάζονται δια να καταστρέψουν το ορθόδοξον δόγμα, ότι η εγκύκλιος της Συνόδου αφορίζει τους ακολουθούντας τας θρησκευτικάς νουθεσίας του Παπουλάκη και απαγορεύει το βάπτισμα, και ότι αν δεν σπεύσουν ν’ αντιτάξουν την βίαν εις τα αντιχριστιανικά ταύτα μέτρα, η θρησκεία καταστρέφεται. Τούτο τουλάχιστον διαβεβαιώνει ο διευθύνων το Επαρχείον Σπετσών Γραμματεύς, δια της από 23 Μαίου 1852 αναφοράς του προς τον Νομάρχην Αργολίδος και Κορινθίας.

Κατ’ εκείνας τας ημέρας ετελούντο παρακλήσεις εις τον εν Σπέτσαις ναόν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, τας οποίας η Αρχή μετά του Εκκλησιαστικού Επιτρόπου απηγόρευσαν διότι εξ αυτών προήρχοντο αι υπέρ του Παπουλάκη διαδηλώσεις. Οι ιερείς τότε διέδωσαν εις το πλήθος ότι παρημποδίζοντο από τας ιεροπραξίας των και την εσπέραν της 22ας Μαίου 3.000 πολίτες, μεταξύ των και πλείσται γυναίκες, συσσωματωθέντες, αφού ελιθοβόλησαν την οικίαν του Εκκλησιαστικού Επιτρόπου και σημαντικώς έβλαψαν αυτήν, επολιόρκησαν το Επαρχείον μετά στασιαστικών κραυγών, ζητούντες την σφραγίδα του Επάρχου (!) και τα περί του Παπουλάκη πραγματευόμενα έγγραφα, καθώς και το πρωτότυπον της εγκυκλίου της Ι. Συνόδου, ίνα πανηγυρικώς πυρπολήσουν αυτό. Μετά πολλάς παραινέσεις επείσθησαν ν’ απέλθωσιν, αφού όμως έλαβον την άδειαν να τελέσουν αγρυπνίαν εις τον ναόν. Το Επαρχείον εζήτησε την συνδρομήν της Κυβερνήσεως προς διατήρησιν της δημοσίας τάξεως και προέτεινε την σύστασιν πολιτοφυλακής υπό την διοίκησιν των εν τη νήσω διαθεσίμων αξιωματικών του ναυτικού και την εν τω λιμένι διαρκή στάθμευσιν πολεμικού πλοίου. Αι αταξίαι αυταί επανελήφθησαν και ύστερον μεθ’ όλας τας γενομένας ανακρίσεις και την επιτήρησιν της Αρχής και ο εν Σπέτσαις ερεθισμός εβράδυνε πολύ να κατευνασθή βαθμηδόν. Διεδίδετο μάλιστα, κατά τας πρώτας ημέρας, ότι και ρωσσικήν σημαίαν εσκόπουν ν’ ανυψώσουν οι ταραξίες, αλλ’ η διάδοσις αύτη ευτυχώς δεν επηλήθευσεν…”.

2. Όμως, τον Μάιο του 1852, κοντά δηλ. στα γεγονότα, η φιλοοθωνική εφημερίδα «Αθηνά», σχετικά με τα ως άνω περιστατικά στα οποία αναφέρεται ο Μπ. Άννινος, γράφει τα κατωτέρω στις ειδήσεις της (φύλλα υπ’ αριθ. 1871/26.5.1852 και 1872/29.5.1852):

Φ. 1871/26.5.1852. “Είδησις νεωτέρα. Πλοιάριον αποπλεύσαν εκ του λιμένος Σπετσών έφερε χθες βράδυ εις την Κυβέρνησιν την δυσάρεστον είδησιν, ότι ο όχλος πολιορκήσας το Επαρχείον εζήτει επιμόνως παρά του Επάρχου την εγκύκλιον της Συνόδου, δια της οποίας αφορίζεται ο Χριστόφορος Παπουλάκος, ίνα παραλαβόντες αυτήν παραδώσωσιν εις το πυρ και εις το αιώνιον ανάθεμα. Το κακόν ήτο τόσον σοβαρόν, ώστε αν ο αξιότιμος Δήμαρχος [σημ. συντ.: ο Βασίλειος Νικ. Γκίνης] και άλλοι φρόνιμοι άνδρες δεν ενουθέτουν τον όχλον και δεν απέτρεπον τον κίνδυνον δια της έμφρονος επεμβάσεώς των, το Επαρχείον ήθελε παραδοθή εις τας φλόγας μετά των εν αυτώ οικούντων. Αγνοούμεν οποίαν πρόνοιαν έλαβεν η Κυβέρνησις περί της ανωμάλου ταύτης καταστάσεως, η οποία επικρατεί εις πολλάς πόλεις του Κράτους, το βέβαιον όμως είναι ότι οπι υπουργοί ηθικώς απώλεσαν πάσαν επιρροήν”.

Στο επόμενο όμως φύλλο (Νο 1872/29.5.1852) γράφει:

“Eκ νεωτέρας από Σπετσών ειδήσεως μανθάνομεν ότι εις την σκηνήν, την οποίαν ανεφέραμεν εις το προλαβόν φύλλον μας, δεν παρευρέθη κανείς εκ των ανδρών, και ότι η υπέρ του λαοπλάνου Χριστοφόρου λιτανεία ή παράκλησις έγινεν υπό γυναικών και παιδίων, αλλ’ εκ των προστυχοτέρων των Πετσών. Ο δε έπαρχος δεν ευρέθη εκεί την ημέραν εκείνην. Όθεν και δεν έγινε καμμία κατά της Αρχής προσβολή. Έπειτα εις τοιαύτας περιπτώσεις ο φρόνιμος Δήμαρχος των Πετσών, δια την υπόληψιν την οποίαν απολαύει ενώπιον όλων των συμπολιτών του, είναι ικανός ν’ απαντήση παν στασιαστικόν κίνημα”.

Χωρίς να γνωρίζουμε τις πηγές του Μπ. Άννινου (παλαιότερες εφημερίδες ή κρατικά έγγραφα), ο οποίος το 1889 έγραψε για γεγονότα του 1852, φαίνεται ότι στο συγκεκριμένο, τουλάχιστον, σημείο υπερβάλλει στην εξιστόρηση όσων διαδραματίστηκαν στις Σπέτσες.

3. Λίγο αργότερα (12 Ιουνίου 1852), ο έπαρχος Σπετσών Γ. Μπουρζουκίδης, με αφορμή τα ως άνω γεγονότα, έβγαλε ανακοίνωση προς τους Σπετσιώτες, στην οποία, μεταξύ άλλων, ανέφερε:

“Kάτοικοι των Σπετσών. Τα οχλαγωγικά συμβάντα της 22ας Μαίου, τα οποία απονενοημένοι τινές, υπό τας εντυπώσεις της στασιαστικής διδασκαλίας του προκειμένου αγύρτου ετόλμησαν, προσέτριψαν την μεγαλυτέραν κηλίδα εις την ένδοξον νήσον σας, καίτοι παρά των νοημόνων και των οικοκυραίων αυτής αποκρουσθέντα, καίτοι από παράφορον θρησκομανίαν και αξιοκατάκριτον φανατισμόν υπαγορευθέντα. Η ασυγχώρητος δε επιμονή τινων, αφού του αγύρτου τούτου εγνώσθη πλέον ο αληθής χαρακτήρ του, να εμμένουν εις την πλάνην, να θεωρούν έναν αυτόχρημα αγύρτην, έναν απροκάλυπτον στασιαστήν και υβριστήν της Ι. Συνόδου και της Κυβερνήσεως ως άγιον και θείον άνδρα και ως δυναμένων των ράσων του και των λίθων εφ’ ών επάτησε να επενεγκώσι θαύματα, ενώ είναι προφανής ασέβεια απέναντι της Εκκλησίας, ήτις τον απεκήρυξε, και έγκλημα απέναντι της Κυβερνήσεως, η οποία τον καταδιώκει, εξευτελίζει έτι μάλλον την ηθικήν υπόληψιν και αξίαν της ηρωικής πατρίδος σας εις τα όμματα του πολιτισμένου κόσμου και προκαλεί την αυστηρότητα της Κυβερνήσεως, η οποία από πατρικόν αίσθημα εδείχθη μακρόθυμος μέχρι τούδε. Ας παύση λοιπόν η ασεβής περί της αγιωσύνης και των θαυμάτων του αγύρτου τούτου πλάνη και δόξα… Ας παύση η παρατηρηθείσα κατά τας τελευταίας ταύτας ημέρας μεγάλη κίνησις του να μεταβαίνη το πλήθος εις την παραλίαν, από της οποίας ούτος αναχωρών εντεύθεν εμβαρκαρίσθη, δια να λαμβάνη λίθους, ως θαυματουργούς δήθεν, και να προσφέρη θυμιάματα… Ας εξαλειφθή η δεισιδαιμονία ότι το ανορυχθέν φρέαρ εις την ανατολικομεσημβρινήν παραλίαν της νήσου είναι θείον τι αγίασμα, διότι ο ανορύξας αυτό δια να εκμεταλλευθή την ευπιστίαν των απλουστέρων, ψευδώς διέδωσεν ότι ωδηγήθη προς τούτο παρά του αγύρτου Παπουλάκου καθ’ ύπνον…

… Ουδεμία κατά της θρησκείας επιβουλή υφίσταται ήδη, ουδείς κίνδυνος απειλεί αυτήν ως η κακοβουλία διαδίδει, διότι την ιεράν ημών θρησκείαν προστατεύει ο τρισέβαστος ημών βασιλεύς και η Κυβέρνησις Του και επί πάσιν η συνείδησις όλων των Ελλήνων…

… Οι γονείς των παιδαρίων, τα οποία περιφερόμενα εις την πόλιν εκφέρουσι τας γνωστάς εκείνας απονενοημένας κραυγάς, προσκαλούνται να τα αποτρέψουν να επαναλάβουν πλέον αυτάς, διότι αν μεν αυτά είναι ανώτερα των 10 ετών, θα συλληφθούν παρά της περιπολούσης χωροφυλακής και πολιτοφυλακής και θα παραπεμφθούν εις τον αρμόδιο Εισαγγελέα. Αν δε είναι κατώτερα των 10 ετών, θα σημειωθούν οι γονείς αυτών και εν απουσία αυτών αι μητέρες, δια να προκαλήται κατ’ αυτών η δέουσα καταδίωξις…”.

Ο ιεροκήρυξ Νεόφυτος Κωνσταντινίδης, Επίσκοπος ΄Υδρας απο τον Σεπτ. 1852.

4. Και ο Μπάμπης Άννινος συνεχίζει στο δημοσίευμά του:

“… Εν Κρανιδίω επίσης, πολλά συνέβησαν άτοπα και σοβαρά οχλαγωγικά κινήματα, ιδίως μετά την εκεί άφιξιν του ιεροκήρυκος Νεοφύτου Κωνσταντινίδη. Η παρουσία του κληρικού τούτου εθεωρήθη ως επικύρωσις των περί θρησκείας κωμικών διαδόσεων και ως ασφαλές γνώρισμα της επικειμένης πραγματοποιήσεως των ιεροσύλων σκοπών της Κυβερνήσεως. Διό ο όχλος σφόδρα ωργίσθη και προέβη εις εχθρικωτάτας κατ’ αυτού διαδηλώσεις, λιθοβολήσας και την οικίαν όπου διέμενεν. Ότε δε ο ιεροκήρυξ ηναγκάσθη ν’ απέλθη άπρακτος, το πλήθος προέπεμψεν αυτόν και μέχρι της παραλίας μετ’ ονειδιστικών κραυγών και απρεπών χειρονομιών. Ο φανατισμός των Κρανιδιωτών είχε παροξυσμούς κατά συχνά διαλείμματα. Οι θιασώται του μοναχού προέβαινον εις νυκτερινάς διαδηλώσεις λαμπαδηφορούντες, υβρίζοντες και αναθεματίζοντες τους καταδιώκοντας τον Παπουλάκον και όπερ χείριστον, επιτιθέμενοι και κατά των οργάνων της εξουσίας…”.

Β. ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟΥ ΚΑΙ ΥΣΤΕΡΑ

Στις 24 Ιουνίου 1852, σε μια χαράδρα του Δήμου Οιτήλου, στη Μάνη, ο Παπουλάκος συνελήφθη από στρατιωτική δύναμη, μετά από προδοσία του άλλοτε πιστού του συντρόφου, οπαδού και σημαιοφόρου του, Παπα-Βασίλαρου, που καταγόταν από τα Λαγκάδια, και δέχτηκε να παραδόσει τον μοναχό αντί Δρχ. 6.000. Από εκεί ο Παπουλάκος μεταφέρθηκε στο Γύθειο και στη συνέχεια, με το ατμόπλοιο «ΟΘΩΝ» στον Πειραιά, όπου έφτασε στις 27.6.1852, άρρωστος, αλλά πάντα φρουρούμενος. Στις 27.7.1852 μεταφέρεται με τη γολέττα «ΜΑΤΘΙΛΔΗ» στην Πάτρα και από εκεί, αυθημερόν στις φυλακές του Ρίου, όπου παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1853. Την 1.6.1853 μεταφέρθηκε  στην Αθήνα για να δικαστεί, αλλά η δίκη του αναβλήθηκε για λόγους προνοίας, που είχαν σχέση περισσότερο με τις περιστάσεις της τότε εποχής (δεν είχαν σιγάσει ακόμα τα πάθη των οπαδών του από τη σύλληψή του, είχε αρχίσει ο πόλεμος της Κριμαίας, κ. ά). Για τις 16.9.1853 ορίστηκε η νέα δίκη, αλλά και πάλι ματαιώθηκε με βασιλικό Διάταγμα του Αυγούστου, με το οποίο δόθηκε αμνηστεία στους συγκατηγορουμένους του Παπουλάκου, πλην του ίδιου. Όμως, σιωπηρά δόθηκε αναστολή της κατ’ αυτού ποινικής διώξεως και οι παραπέρα ενέργειες ανατέθηκαν στην Ι. Σύνοδο, η οποία τον περιόρισε στη Μονή της Παναχράντου, στην Άνδρο, πάντοτε φρουρούμενο από χωροφύλακα. Εκεί, συνέχισαν να τον επισκέπτονται οι οπαδοί του, απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας και κυρίως από το Κρανίδι, τις Σπέτσες, την Ύδρα, τη Λακωνία και την Αρκαδία. Πέθανε στις 18.1.1861 και κηδεύτηκε στο κοιμητήριο της Μονής. Αλλά η φήμη του εξακολούθησε να υπάρχει ζωηρή για πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του.

1. Μετά τη σύλληψη του Παπουλάκου (24.6.1852), ο προδότης Παπα-Βασίλαρος έφυγε από τη Λακωνία, γιατί δεν μπορούσε πλέον εκεί να ζήσει, και πήγε στην Αθήνα για να κρυφτεί και να πάρει τα λύτρα της προδοσίας. Αλλά το μίσος κατ’ αυτού των οπαδών του Παπουλάκου ήταν μεγάλο. Στην εφημερίδα «Αιών» της 23.8.1852 διαβάζουμε:

“… O γνωστός Παπαβασίλαρος, μεταβαίνων εις Μεσσηνίαν [σημ. συντ.: προφανώς με το πλοίο της γραμμής], υπέφερεν ουσιωδώς εν Σπέτσαις από τον λαόν αυτής, καθ’ ό προδώσας τον μοναχόν Χριστόφορον, και μόλις διεσώθη δια της εκεί Χωροφυλακής και των προσπαθειών του Επάρχου…”.

2. Αλλά και η μεταστροφή πολλών οπαδών του, μετά τη σύλληψή του, υπήρξε αξιοπαρατήρητη. Ο Μπάμπης Άννινος, συνεχίζοντας το δημοσίευμά του, το 1889 στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ», γράφει:

“… Ο εν Κρανιδίω ερεθισμός ένεκα του Παπουλάκη, έσχεν επίλογον αστειότατον. Είδομεν οποίας έτυχεν υποδοχής αυτόθι ο ιεροκήρυξ Νεόφυτος Κωνσταντινίδης και πως απεπέμφθη εχθρικώτατα μυκτηριζόμενος δι’ ονειδιστικών κραυγών και μουντσωμάτων. Mετ’ ολίγον χρόνον [σημ. συντ.: τον Σεπτέμβριο του 1852], λυθέντος ήδη του επισκοπικού ζητήματος και πληρωθεισών τών ανά το κράτος ιδρυθεισών επισκοπικών εδρών, ο Νεόφυτος εξελέγη επίσκοπος Ύδρας και Τροιζήνος, εκτελών δε την αρχιερατικήν του περιοδείαν, μετέβη και εις το Κρανίδιον, υπαγόμενον εις την πνευματικήν του δικαιοδοσίαν, και ιερούργησεν εις τον εκεί κυριότερον ναόν. Ότε μετά την Θείαν λειτουργίαν προέβη από της Ωραίας Πύλης ίνα ευλογήση το εκκλησιαζόμενον πλήρωμα, είδε μετ’ εκπλήξεως πάντας τους εις τον ναόν χαμαί πρηνείς πεσόντας και με μεγάλην την φωνήν παρακαλούντας αυτόν να πατήση επί των χειρών των. Ο Επίσκοπος απόρησε δια το παράδοξον της απαιτήσεως, επληροφορήθη όμως ότι οι ταύτην προβάλλοντες ήσαν οι άλλοτε μουντσώσαντες αυτόν. Προήρχετο δε η επιθυμία των εκ της επικρατούσης προλήψεως ότι οι ούτω πως ασχημονήσαντες προς αρχιερέα, έστω και βραδύτερον προαχθέντα εις Επίσκοπον, έμενον μετά θάνατον άλυτοι και τυμπανιαίοι εάν δεν υποβάλλοντο εις αυτόν τον εξιλασμόν. Εις μάτην ο Επίσκοπος προσπάθησε ν’ αποφύγη την αγγαρείαν, διαβεβαιών αυτούς ότι ο Θεός είναι μακρόθυμος, ότι το αμάρτημα ήτο ασήμαντον και ότι αυτός ήδη τους εσυγχώρησεν εκ καρδίας. Εδέησεν, επί τέλους, να υποκύψη εις την απαίτησίν των και περιήλθε τον ναόν πατών επί των απλωμένων χειρών των πιστών. Το χειρότερο δε ήτο ότι ο ιεράρχης Νεόφυτος ήτο λίαν σωματώδης και, όπως διηγείτο ευφυώς ο ίδιος, με όλην του την προσοχήν και την καλήν διάθεσιν δεν ηδύνατο να πατή πολύ ελαφρώς. Ώστε και αυτή η επίγειος τιμωρία του αμαρτήματος δεν υπήρξε όλως ανώδυνος…”.

3. Η πολιτική και φιλολογική εφημερίδα “Αθηνά”, φιλοοθωνική και φιλοκυβερνητική, στις 25.11.1852, πέντε μήνες δηλ. μετά τη σύλληψη του Παπουλάκου και ενόψη Δημοτικών εκλογών, μεταξύ πολλών άλλων σχετικών με τη δράση του τελευταίου στις Σπέτσες, γράφει:

“… Παντού το σπέρμα του καλογήρου εξηφανίσθη. Αλλ’ εν Σπέτζαις και τη Ερμιονίδι ανακυκάται από τον τρομερότερον φανατισμόν. «Άγιε Πατέρα βάλλε λόγον και έλα. Όποιοι  δεν θέλουν τον Παπούν κρατημάρα και στραβούν. Όποιοι δεν θέλουν αυτού την ευχήν ας υπάγουν με την Βουλήν, με την Αρχήν κ.λπ.». Ιδού το σύνθημα. Οι σημαιοφόροι του (σημ. συντ.: δηλ. του Παπουλάκου), πάλιν φέρουσι τον σταυρόν εις τους κόλπους των, τον σταυρόν όν εφιλοδώρησεν εις αυτούς ο αγύρτης, και δι’ αυτού στρατολογούσι ψηφοφόρους εις τον εκλογικό αγώνα των Δημαιρεσιών, αναφανδόν κηρύττοντες και δακτυλοδεικτούντες τους άνδρας της τάξεως, τους φίλους των καθεστώτων, τους υπερασπιζομένους τας βασιλικάς αρχάς και τηνδημοτικήν εξουσίαν, ως οπαδούς του Σατανά και του Παπισμού, ως ανθρώπους της Βούλας, ούτω αποκαλούντες οι αλιτήριοι τα βασιλικά αυτά παράσημα. Προς Θεού, που ζώμεν; Ποίος ανέχεται τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων!..”.

=== 55 ===

Kαι συνεχίζει η εφημερίδα δημοσιεύουσα την υπ’ αριθ. 4/4.11.1852 πράξη του Επαρχιακού Συμβουλίου της Επαρχίας Σπετσών και Ερμιονίδος, η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει:

“Περί των χειροτονιών.

Το Επαρχιακόν Συμβούλιον της επαρχίας Σπετσών και Ερμιονίδος, συγκείμενον από τον Πρόεδρον Ν. Α. Μπότασην, συνελθόν την 4ην Νοεμβρίου 1852, όπου παρόντων όλων των μελών του εγένετο λόγος περί της ευχαριστήσεως μεθ’ ής υπεδέχθη ο λαός τους επιψηφισθέντας περί των εκκλησιαστικών πραγμάτων νόμους, και τας γενομένας χειροτονίας των προς ποιμαντορίαν των ευσεβών, ανά πάσας τας του Κράτους επαρχίας, υπηκόων της Αυτού Μεγαλειότητος προορισθέντων Σεβασμιωτάτων Αρχιερέων,

Παρατηρεί

Ότι, δια της συνετής καταρτίσεως των εκκλησιαστικών νόμων και της αμέσου επελθούσης χειροτονίας των Ιεραρχών [σημ. συντ.: βλ. ανωτέρω παράγρ. Β2], η Κυβέρνησις της Α.Μ. του τρισεβάστου ημών Βασιλέως εξεπλήρωσε τας εθνικάς ευχάς και διέγειρεν υπέρ αυτής την ευλογίαν απάντων.

Όθεν, το Συμβούλιον, πιστός διερμηνεύς των ευχαριστήσεων του λαού δια την πατρικήν και ευσεβή ταύτην πρόνοιαν της Κυβερνήσεως της Α.Μ., εθεώρησεν ιερόν καθήκον του να υποβάλη υπ’ όψιν του υψηλού θρόνου της Α.Μ. την δια τούτο άπειρον ευγνωμοσύνην του. Επί τοσούτον μάλιστα εφόσον, δια την επαρχίαν ταύτην ιδίως, η χειροτονία Αρχιερέως [σημ. συντ.: δηλ. του Νεόφυτου Κωνσταντινίδη] απέβαινε κατεπείγουσα, όπως δια των παραινέσεων και διδασκαλιών αυτού διασκεδασθώσι και τα τελευταία ίχνη του διεγερθέντος φανατισμού από τα απονενοημένα κηρύγματα του λαοπλάνου Χριστοφόρου και τα εκ τούτου προερχόμενα σκάνδαλα εις την τάξιν και εις τας συνειδήσεις των κατοίκων…

Και δια ταύτα παμψηφεί παραδεχόμενον,

Υποβάλλει ευσεβάστως υπ’ όψιν του υψηλού θρόνου της Α.Μ. του τρισεβάστου ημών Βασιλέως την απεριόριστον  ευγνωμοσύνην και την θρησκευτικήν του αφοσίωσιν…

Εγένετο εν Σπέτσαις την 4η Νοεμβρίου 1852. Ο Πρόεδρος Ν. Α. Μπότασης, ο Αντιπρόεδρος Ν. Παπαδημητρίου, ο Γραμματεύς Λ. Παπασταύρου, τα Μέλη Εμμανουήλ Δ. Ορλώφ, Ανδρ. Μωριάτης, Δημήτριος Παρασκευάς, Ιωάν. Πέλας, Αναγνώστης Τσορώνης, Ι. Παπασταύρου, Παντ. Κρομμίδης, Β. Οικονόμου, Ν. Καράσης, δια τους αγραμμάτους Ν. Τέτε, Γ. Ζαμπέτα και Ι. Μίζη ο Ν. Παπαδημητρίου”.

Γ. Ο ΤΥΠΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Μεγάλες ήταν οι “κόντρες” των εφημερίδων της εποχής εκείνης, ανάλογα με την κομματική τοποθέτησή τους, αφού, άλλες υποστήριζαν τη δράση του μοναχού Χριστόφορου, άλλες την κατέκριναν και φυσικά, η μία εφημερίδα επετίθετο με σφοδρούς χαρακτηρισμούς κατά της άλλης, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι σημερινές δημοσιογραφικές αντιπαραθέσεις να φαντάζουν “πταίσματα” μπροστά σ’ εκείνες της Οθωνικής περιόδου. Ας διαβάσουμε κάποια αποσπάσματα από τις κυριότερες “αντιπάλους” στο δημοσιογραφικό στίβο, τις εφημερίδες “Αιών” και “Αθηνά”.

α) Εφημ. “ΑΙΩΝ” φ. 1177/18.7.1851

“…Ό,τι δεν κατόρθωσαν από πολλού χρόνου εν Πελοποννήσω αι καταδιώξεις, τα μεταβατικά σώματα και άλλα τοιαύτα μέτρα, τούτο γίνεται ήδη δια του κηρύγματος ενός απλού ατόμου, του ιδιώτου καλογήρου Χριστοφόρου, εκ της Νωνάκριδος των Καλαβρύτων. Περί του ατόμου αυτού, αυτοδιδάκτου και αυτεπαγγέλτου ιεροκήρυκος, είχεν αναφέρει κακώς πέρισυ ο “ΑΙΩΝ”, προκαλών την καταδίωξίν του. Τοιαύτας, τότε, έλαβε πληροφορίας σφαλεράς ο “ΑΙΩΝ”, ως και η Ιερά Σύνοδος, ήτις και μετέφερε τούτον εις Αθήνας δια χωροφυλάκων, αλλ’ όμως την αθωότητα και την χρησιμότητα αυτού ιδούσα, όχι μόνον δεν επέφερε τιμωρίαν τινά εναντίον του, αλλά και τον ενεθάρρυνεν [σημ. συντ. : Στις αρχές του 1851, με Κυβέρνηση του ναυάρχου Αντ. Κριεζή, η Ιερά Σύνοδος, υπό τον Μητροπολίτη Αθηνών Νεόφυτο, έδωσε την άδεια στον Παπουλάκο να κηρύττει], εις το οποίον εκουσίως ερρίφθη στάδιον.

Και τω όντι, ο άνθρωπος ούτος, ή μάλλον το γερόντιον τούτο, δια της πίστεως και του ζήλου του, δια των απλών και πειστικών διδαχών του, ως και δια της αυστηράς αφιλοκερδείας του, ου μόνον εμπνέει το προς την θρησκείαν και την ηθικήν σέβας, αλλά και τους κακούργους μεταμορφώνει εις χρηστούς πολίτας. Eντεύθεν, η τόσο άλλοτε επιπολάζουσα ζωοκλοπή, δενδροτομία, κλοπαί και άλλαι κακώσεις εξέλιπον επαισθητώς, κλοπιμαία δε πράγματα προ χρόνων, αποδίδονται εις τους κυρίους των, και πας τις βλάψας τον πλησίον του, προσέρχεται προς αυτόν ζητών συγχώρεσιν.

Ιδού τα τόσον αγαθά αποτελέσματα του απλοϊκού κηρύγματος του Θείου λόγου, κηρύγματος, μετά του οποίου ο γέρων Χριστόφορος ενώνει την Αποστολικήν αρετήν και υπομονήν, πρώτος πιστεύων ενδομύχως και ούτω μεταδίδων την πίστην εαυτού και προς τους άλλους. Νομίζομεν δέον το να εμψυχωθή ο ωφέλιμος ούτος άνθρωπος…”.

β) Εφημ. “Αθηνά” φ. 1877/17.6.1852 (λίγο πριν τη σύλληψη του Παπουλάκου)

“… Δεν πιστεύομεν να υπάρχη εν Ελλάδι ψυχή ζώσα, αμφιβάλλουσα πλέον περί της εξαχρειώσεως του Αιώνος. Αν όμως και υπάρχη τις αμφιβάλλων εισέτι, ας λάβη την αηδίαν να παραβάλη τα τρία τελευταία φύλλα του με τα προηγούμενα, και αν δυνηθή ας μην οικτείρη τότε την τοιαύτην και τοσαύτην αθλιότητα και μοχθηρίαν του θρησκοκαπήλου τούτου.

Χθες εθυμίαζεν τον Βλάχον [σημ. συντ.: Υπουργός των Εκκλησιαστικών, επί υπουργίας του οποίου αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο η ανεξαρτησία της Ελληνικής Εκκλησίας] με λίβανον, τον οποίον και εφίλησεν ως Ισκαριώτης, ειπών αυτώ ότι το νομοσχέδιόν του είναι της εκκλησίας θρίαμβος, και σήμερον τον καπνίζει με πίσσαν. Χθες δι’ αγοραίας και αυτόχρημα τσακπινικής, μπαλτιρί-τζιπλάκικης ασχημοσύνης, διαβεβαίωνε ότι ο (Συνοδικός) Τόμος δεν πίπτει, … και σήμερον, διότι η Βουλή παμψηφεί το επεκύρωσε, την κατηγορεί βαναύσως ως δυτικίζουσαν! Και ηξεύρετε τι εννοεί ο σεμνολόγος ούτος, δυτικισμόν της Βουλής; Την ταχύτητα της ψηφίσεως του νομοσχεδίου… Χθες ετέρπετο και ηγάλλετο δια την βεβαίαν παραδοχήν του προσκυνητού Τόμου, όν εθεώρει ως βάσιν της Εκκλησίας μας, και σήμερον μυριολογά και λέγει:

«Χαθούκαμε Χριστόφορε του Ναπισμού* κολώνα!
Εγώ σ’ εσένα ήλπιζα κι’ εσύ εις τον Αιώνα.
Αλλ’ όψονται οι Υπουργοί του έθνους οι προδόται,
Του Φαρμακίδου οπαδοί, του Πάπα στρατιώται!
Καλβίνοι ασυνείδητοι, επίβουλοι Εβραίοι,
Του ξενισμού τα όργανα, αντίχριστ’ Ιουδαίοι!»

Χθές ονειροπολών ευχάς αργυράς και ευλογίας χρυσάς μας ηπείλει, με δίζυγα και τρίζυγα πυρά, αν του χαλάσωμεν τα παζαρλίκια, και σήμερον, διότι αι απειλαί του εκτιμήθησαν ως υλακαί σκύλακος, κρώζει σχίσματα και αιρέσεις, διαιρέσεις και υποδιαιρέσεις, αποχωρισμόν τραπέζης και κοίτης! Καταστροφήν του παντός!…”.

* Ναπισμός και Ναπαίοι: H φιλορωσική τάση, οι οπαδοί του φιλορωσικού κόμματος και γενικά οι Καποδιστριακοί, από την εποχή των σφοδρών πολιτικών συγκρούσεων στο Ναύπλιο (1832).

Οικία πίσω απο την Καποδιστριακή Στέγη.

Δ. ΤΙ ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΑΠΟΥΛΑΚΟ

α. Ο ιεροκήρυκας και κατόπιν Επίσκοπος Φθιώτιδας Καλλίνικος Καστόρχης (1789-1880;), τον οποίο έστειλε η Ι. Σύνοδος τον Μάιο του 1852 στη Λακωνία για να διδάξει και να ηρεμήσει τα πνεύματα (βλ. προηγούμενο τεύχος του περιοδικού μας, σελ. 15), έγραψε, άγνωστο πότε, την «Πιστή συλλογή των κατά την Πελοπόννησο και Μάνην ουσιωδεστέρων πράξεων του αγύρτου Χριστοφόρου Παπουλάκη», η οποία, μαζί με την αυτοβιογραφία του, που έγραψε το 1877, δημοσιεύτηκε στις 15.3.1913 στο εκκλησιαστικό περιοδικό «ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ», όργανο του ομωνύμου Συλλόγου, που είχε τότε Πρόεδρο τον Μητροπολίτη Αθηνών Θεόκλητο. Από τη συλλογή αυτή αναδημοσιεύουμε κάποια χαρακτηριστικά κομμάτια, ενδεικτικά του κλίματος της εποχής:

“- Εις την Μάνην, όταν ένιπτε τας χείρας του, το χυνόμενον εξ αυτών ύδωρ ελάμβανον γυναίκες και άνδρες και το έπινον ενώπιόν του και έδιδον και εις τα τέκνα των.

– Επρόσταξε και κατεξέσχισαν μίαν εικόνα της Θεοτόκου, διότι έμαθεν ότι εζωγραφήθη εις το Τσιρίγον, όπου κατοικούν Άγγλοι και διότι ομοιάζει, έλεγε, με τας ειδωλικάς εικόνας της Αγίας Ειρήνης.

– Δύο ιερείς παρεφρόνησαν ένεκα της μεγίστης αυτών θρησκομανίας και ο ένας εξ αυτών πάσχει δεινώς εις το Γύθειον.

– Κατεξέσχισαν την εγκύκλιον της Ιεράς Συνόδου, λέγοντες ότι Χριστόφορον γνωρίζουν και όχι Σύνοδον.

– Έκαμε νεύμα των γυναικών και πάραυτα ελιθοβόλησαν αύται τον Έπαρχον Οιτύλου, τον Γερμανόν Κατζάκον και τον μοίραρχον Ζωγράφον, προσεγγίσαντας να τον συλλάβωσι και παρ’ ολίγον να τους θανατώσουν.

– Εις την Καστανιάν της Σπάρτης, όπου ήτο 4.000 λαός συνηγμένοι, είπεν ότι ο Αντίχριστος είνε γεννημένος εις την Αγγλίαν προ 11 ετών και να προσέξουν όλοι εφέτος να μη δουλεύσουν τα υποστατικά των, να μην οικοδομήσει κανείς σπίτι και να μην υπανδρευθή διότι μετά έναν χρόνον θα ιδούν μεγάλα και φοβερά πράγματα. Και ταύτα είπεν ενώπιον των δημοτικών αρχών.

– Παντού μετά τον πολύωρον λόγον του εγέμιζον ένα μεγάλο αγγείον από νερό, και αφού ο αγύρτης το εσταύρωνε με τον ξύλινον σταυρόν του, εχύνετο ο λαός και το ελάμβανεν ως μέγιστον αγιασμόν και το έθετον εις το εικόνισμά των.

– Εις την Τρίπολιν δύο νέοι παρεφρόνησαν, διότι εξωμολογήθηκαν προς αυτόν και τους διώρισε να αναγιγνώσκουν ακαταπαύστως την «Αμαρτωλών Σωτηρίαν».

– Επαρακίνει τον λαόν εις την Μάνην να εισέλθη εις το Γύθειον δια να αρπάση το Ευαγγέλιον από το γυφτόσπιτον. Ούτως ωνόμαζε το Ειρηνοδικείον.

– Εδίδασκε παντού να μην δεχθούν δεσποτάδες από τα διαβολοεπιστήμια, αλλά από τα μοναστήρια και από τους παπάδες του λαού.

– Επαρακίνει πολύ τους λαούς να υπάγουν εις τας Αθήνας δια να καύσουν την εκκλησίαν της Αγίας Ειρήνης, ως έχουσα είδωλα αντί εικόνων.

– Επαρακίνει τους λαούς να μη στέλλουν τα τέκνα των εις τα αλληλοδιδακτικά σχολεία, ουδέ εις τα ελληνικά, δια να μη γίνωσι λουθηροκαλβίνοι, ουδέ να τα εμβολιάζουν, διότι το εμβολίασμα, έλεγεν, είνε βούλλα του διαβόλου”.

β. Ο καθηγητής Δημ. Χ. Δουκάκης στο ως άνω περιοδικό «ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ», γράφει το καλοκαίρι του 1914 στον επίλογο του άρθρου του για τη δράση του Παπουλάκου:

“… H φήμη του Παπουλάκου διετηρήθη επ’ αρκετόν χρόνον εις τους οπαδούς του και πολλοί υπήρχον οι πιστεύοντες εις την αγιότητα και εις το προφητικόν του χάρισμα, διατηρούντες ευσεβώς περίαπτα [φυλαχτά] φέροντα τεμάχια εκ του ράσου του, ή σταυρόν ξύλινον υπ’ εκείνου δωρηθέντα. Τηλικούτος δε σεβασμός υπήρχε παρά τω λαώ, ώστε ήθελον μετά τον θάνατόν του να τον ανακηρύξωσιν ως άγιον. Μετά δε παρέλευσιν ετών τινών, Λάκωνες μεταβάντες εις την Μονήν Παναχράντου εζήτησαν την άδειαν παρά του ηγουμενοσυμβουλίου όπως ανασκάψωσι τον τάφον του και ανακομίσωσι τα οστά αυτού εις την πατρίδα των. Αλλ’ οι μοναχοί ηρνήθησαν προφασιζόμενοι ότι ηγνόουν που κείται θαμμένος και ούτω απήλθον άπρακτοι.

Τοιούτος ήτο ο αιρεσιάρχης Χριστόφορος, ο καταταράξας δια των διδαχών του επί δεκαετίαν ολόκληρον την Πελοπόννησον. Η λαϊκή μούσα απεθανάτισε τα συμβάντα δια του εξής άσματος:

Ναυπλία μου, Ναυπλία,
Ναυπλία ποθητή
Αι σάλπιγγες φωνάζουν
Στη Μάνη οι στρατοί!
Αγύρτα Παπουλάκη
Αν ίσως και πιασθής
Στον τρίγκο της Ματθίλδης*
Ευθύς θα κρεμασθής”.

* Η «Ματθίλδη» ήταν πολεμική γολέτα που περιπολούσε στα παράλια της Λακωνίας, ονομασθείσα έτσι προς τιμή της αδελφής του Όθωνα, μεγάλης Δούκισσας της Έσσης.

γ. Ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος Παπαδόπουλος (1868-1938) στο βιβλίο του «Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος» (1920), μεταξύ άλλων, γράφει: 

“… Εις άκρον φιλελεήμων και αγαθοεργός ών προκαλούσε την συμπάθειαν και την αγάπην των χωρικών, στερούμενος δε παιδεύσεως ηδυνήθη δια της μελέτης των εκκλησιαστικών βιβλίων ν’ αποκτήση γνώσεις τινάς περί της χριστιανικής θρησκείας και να εκδηλοί το βαθύ αυτού θρησκευτικόν συναίσθημα δι’ απλής αλλά θερμής και ζωηράς ευγλωττίας, συναρπαζούσης τον λαόν. Γέρων εβδομηκοντούτης τότε και σεβάσμιος παρέστη εν μέσω των χωρικών, ως απόστολος και προφήτης, ακαταπονήτως περιοδεύων και κηρύττων. Εξ Αχαΐας μετέβη εις Αρκαδίαν, συνεγείρων ανά τα όρη αυτής πλήθη χωρικών, έλαβε δε τω 1851 και άδειαν παρά της Ι. Συνόδου κηρύγματος καθ’ όλην την Πελοπόννησον, διότι εκήρυττε κατά της ζωοκλοπής, της ληστείας και επιορκίας και υπέρ της αυστηράς τηρήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων…”.

δ. Ο κ. Ανδρέας Α. Νασιόπουλος στον επίλογο του βιβλίου του «Ο Αληθινός Παπουλάκος» (Αθήνα, 1984), γράφει:

“… Για να αντιληφθεί κανείς το ύψος της αξίας του Παπουλάκου και να κατανοήσει το μέγεθος της προσφοράς του, πρέπει να εξετάσει με βλέμμα ερευνητικό την κατάσταση, που είχε δημιουργηθεί στον Ελλαδικό χώρο και στην Εκκλησία της Ελλάδας μετά το 1821 και αργότερα 3-4 δεκαετίες, τότε, που και ο ίδιος έζησε και έδρασε. Βλέποντας πως επικεφαλής της ορθόδοξης χώρας μας τοποθετήθηκε με ωμό τρόπο από τη Δύση ένας καθολικός ηγεμόνας, που μαζί με την προτεσταντική αντιβασιλεία του άρχισαν να επιβάλουν στο κράτος νέους τρόπους ζωής, αντίθετους προς τα πατροπαράδοτα βιώματα του λαού και να επιφέρουν κάθετες και βαθειές αλλαγές και τροποποιήσεις στα της Εκκλησίας, πίκρα και οργή γέμιζε την ψυχή του.

Σαν Έλληνας αγανακτεί από την παραπάνω «νέα τάξη πραγμάτων» και σαν χριστιανός ορθόδοξος εξανίσταται για την πραξικοπηματική ανακήρυξη της Εκκλησίας της Ελλάδας ως αυτοκέφαλης και την απομάκρυνσή της από τις πηγές της Ορθοδοξίας. Ανησυχούσε πολύ, βλέποντας την αδυναμία της Εκκλησίας να αντιδράσει στις παραπάνω ενέργειες, γιατί ήταν δέσμια της ετερόδοξης ηγεσίας του Κράτους και επί πλέον, γιατί ηγεσία της τότε Εκκλησίας δεν υπήρχε…

Στην ψυχή του Παπουλάκου διακρίνεται ένα ξέσπασμα ελληνικότητας και μια έκρηξη ορθόδοξης αγωνίας. Ο λαός αγάπησε τον Παπουλάκο, γιατί ήταν συνεπής προς όσα έλεγε και γιατί τον διέκρινε πίστη ορθή και σκέψη καθαρή…

Υπήρξε λοιπόν ο Παπουλάκος όχι τυχαίος, ούτε φανατικός μοναχός και απαράδεκτος σαν απαίδευτος, αλλά ένα φωτεινό μετέωρο της Ορθοδοξίας, που με την αγνή, απλοϊκή και φωτεινή του διδασκαλία θα φωτίζει πάντοτε τις μέλλουσες γενεές στο δρόμο του χριστιανικού καθήκοντος…”.

* * *

Πολλά, θετικά και αρνητικά, έχουν γραφτεί τα τελευταία 150 χρόνια από εκκλησιαστικούς και μη παράγοντες για τη δράση του Παπουλάκου, τα οποία δεν είναι δυνατόν να περιληφθούν στο σύντομο δημοσίευμά μας, στο οποίο προσπαθήσαμε ν’ αποτυπώσουμε μόνο κάποιες καταστάσεις που δημιουργήθηκαν το 1852 στο νησί μας.

Πάντως, όποιος θελήσει να δει σε βάθος το φαινόμενο «Παπουλάκος», πρέπει να «βιώσει», αν είναι δυνατόν, τις συνθήκες της θολής αυτής εποχής ανατρέχοντας σε μια μεγάλη ποικιλία αρχειακών στοιχείων, που αναφέρονται στην πολιτική, εκκλησιαστική, διπλωματική και δημοσιογραφική επικαιρότητα. Μέσα σ’ αυτόν τον «κυκεώνα» γραπτών κειμένων θ’ αντικρίσει κανείς πολιτικούς καιροσκοπισμούς, υποκρισίες, κομματικά πάθη, σκοπιμότητες και συμφέροντα τα οποία, οπωσδήποτε, δεν ήταν κοντά στις ανάγκες και τα αιτήματα του φτωχού και απαίδευτου λαού, που προσπαθούσε, μετεπαναστατικά, να βρει το βηματισμό του.

Κλείνοντας, θεωρούμε ότι, πάνω στα γεγονότα αυτά, που έμειναν στη ιστορία του νεότερου ελληνικού Κράτους ως «Χριστοφορικά», η Ιστορία δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη.

Κ.Ν.Κ.

—–

Advertisements